22 Νοέμβριος 2012

Ενέργεια και Περιβάλλον - Προοπτικές για την Ανάπτυξη


Συμμετοχή του Νίκου Χρυσόγελου σε ημερίδα που διοργάνωσε το Γραφείο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στην Ελλάδα

 

 

Σε συζήτηση του Περιφερειακού Φόρουμ Πολιτών στην Τρίπολη, συμμετείχε ο ευρωβουλευτής των Οικολόγων Πράσινων / Ομάδα των Πράσινων Νίκος Χρυσόγελος. Την  πρωτοβουλία που είχε ως κεντρικό θέμα το μέλλον του ενεργειακού τομέα της χώρας μας πήρε το Γραφείο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στην Ελλάδα σε συνεργασία με την Αντιπροσωπεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στην Ελλάδα και με την υποστήριξη της Περιφέρειας Πελοποννήσου.

Εκτός από το Νίκο Χρυσόγελο, στη συζήτηση συμμετείχαν οι ευρωβουλευτές Μαριέττα Γιαννάκου, Νίκος Σαλαβράκος, Νίκος Χουντής, Θόδωρος Σκυλακάκης καθώς επίσης και οι Ρόι Ντίκινσον, από την Ομάδα Δράσης για την Ελλάδα (Task Force GR) και Δημήτρης Ραχιώτης, Αντιπρόεδρος της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας.

Στην ομιλία του ο Νίκος Χρυσόγελος είχε την ευκαιρία να τονίσει τις αρνητικές επιπτώσεις τόσο για το περιβάλλον αλλά και για την εθνική οικονομία της εμμονής στο «φτηνό» λιγνίτη και το πετρέλαιο. 700 εκατομμύρια ευρώ πληρώνει η χώρα μας ετησίως για εισαγωγές μαζούτ και ντήζελ που χρησιμοποιούνται για την ηλεκτροδότηση του μη διασυνδεδεμένου δικτύου στα νησιά, ενώ σε 1.5 δις ευρώ υπολογίζεται το “εξωτερικό κόστος” του λιγνίτη. H αδυναμία περιορισμού των εκπομπών Aερίων Φαινομένου του Θερμοκηπίου στην ηλεκτροπαραγωγή θα έχει ως αποτέλεσμα η ΔΕΗ να καταβάλλει 400 εκ. ευρώ με τη σημερινή τιμή του άνθρακα, ενώ ενδέχεται να ανέλθει στο εγγύς μέλλον σε 1 δις με τιμή άνθρακα στα 20 ευρώ ανά τόνο. Από την άλλη μεριά, η συμμετοχή των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) στο ενεργειακό μίγμα του ηπειρωτικού δικτύου ήταν μόλις 5.2% το 2011, ενώ η ενέργεια από μεγάλα υδροηλεκτρικά φράγματα έφτασε το 7.6%, τη στιγμή που η χώρα έχει δεσμευτεί ότι το 2020 το 40% της ηλεκτροπαραγωγής θα προέρχεται από ΑΠΕ και το 2050 μεταξύ 85-100%. Ταυτόχρονα οι τεράστιες δυνατότητες εξοικονόμησης ενέργειας στον κτηριακό τομέα εξακολουθούν να μην αξιοποιούνται, πράγμα που στερεί την ευκαιρία και για χιλιάδες θέσεις απασχόλησης σε μια εποχή έκρηξης της ανεργίας αλλά και αντιμετώπισης του υψηλού κόστους για τα νοικοκυριά που αναζητούν μόνα τους απελπισμένα πιο οικονομικές λύσεις στα θέματα ενέργειας. Η χώρα μας είναι από τις πιο σπάταλες ενεργειακά στον οικιακό τομέα αλλά αυτή την περίοδο η κρίση χτυπάει πολλά νοικοκυριά και με την μορφή “ενεργειακής φτώχειας”. Παρόλα αυτά, η έλλειψη σωστού σχεδιασμού έχει οδηγήσει σε εξόφθαλμες υπερβολές στην ανάπτυξη των ΑΠΕ που καμία σχέση δεν έχουν με τη φέρουσα ικανότητα των περιοχών για τις οποίες προορίζονται, οδηγώντας έτσι σε γενικευμένη δυσφήμησή τους τη στιγμή που αποτελούν μία από τις ελπιδοφόρες προοπτικές διεξόδου της χώρας από την πρωτόγνωρη οικονομική κρίση. 

Ο Νίκος Χρυσόγελος δήλωσε σχετικά:

«Δε γίνεται να επενδύουμε ταυτόχρονα σε αντικρουόμενους στόχους. Η κρίση δεν μπορεί να αποτελεί άλλοθι να υπαναχωρούμε αβίαστα και άκριτα σε μεγαλεπήβολα σχέδια “πετρελαϊκών παραδείσων” ή δημιουργίας “ηλεκτρικών διαδρόμων” και διασύνδεσης με άλλες χώρες, τα οποία δε βασίζονται σε κανένα δεδομένο και δεν αποτελούν μέρος κανενός σοβαρού και εθνικά αποφασισμένου σχεδιασμού. Με δεδομένη την έλλειψη επαρκών πόρων οι επενδύσεις πρέπει να είναι στοχευμένες και να μεγιστοποιούν το όφελος για την κοινωνία, την τοπική οικονομία, την απασχόληση και το περιβάλλον. Η ενεργειακή πολιτική στην Ελλάδα πρέπει επιτέλους να αποκτήσει συγκρότηση και συνέπεια. Η κατεύθυνση και οι προτεραιότητες έχουν τεθεί όχι μόνο από την Ευρωπαϊκή Ένωση αλλά και από την Ελλάδα, τόσο για το 2020 όσο ακόμα και για το 2050: Ο ενεργειακός τομέας στην Ελλάδα πρέπει να απεξαρτηθεί από τα ορυκτά καύσιμα και να στραφεί στην ενεργειακή αποδοτικότητα και τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας. Το βασικό ζητούμενο είναι να αυξηθεί το όφελος για τις τοπικές κοινωνίες με τη ενεργή συμμετοχή των πολιτών στην ανάπτυξη των ΑΠΕ μέσα από κοινωνικές συνεταιριστικές επιχειρήσεις, αλλά με τρόπο που να σέβεται πλήρως τη φέρουσα ικανότητα των αντίστοιχων οικοσυστημάτων. Είναι επίσης σημαντικό να μεγιστοποιηθεί η εγχώρια προστιθέμενη αξία στηρίζοντας την ανάπτυξη μιας σοβαρής και ανταγωνιστικής ελληνικής βιομηχανίας που θα βασίζεται στην εξοικονόμηση ενέργειας και στις ΑΠΕ. Άλλωστε οι 2 αυτοί τομείς αποτελούν προτεραιότητα και για την Ευρωπαϊκή Ένωση όπως προκύπτει από το σχεδιασμό χρηματοδότησης για την επόμενη προγραμματική περίοδο 2014-2020. Δυνατότητες υπάρχουν λοιπόν. Θα τις αξιοποιήσουμε;

 

 

 

Last modified on Πέμπτη, 22 Νοέμβριος 2012 02:33