02 Μάιος 2013

Κρίσιμη ψηφοφορία στις 6 Μαΐου σχετικά με την αναθεώρηση της Νομοθεσίας για την εμπορία σπόρων

Ανοικτή Επιστολή Νίκου Χρυσόγελου προς την Ελληνίδα Επίτροπο

 
Ανοικτή επιστολή προς την Ελληνίδα Επίτροπο κ. Μαρία Δαμανάκη απηύθυνε ο Νίκος Χρυσόγελος, ευρωβουλευτής των Οικολόγων Πράσινων, σχετικά με την πρόταση της Γενικής Διεύθυνσης Υγείας & Καταναλωτών (DG SANCO) για τη νομοθεσία εμπορίας φυτογενετικού υλικού, η οποία θα τεθεί σε ψηφοφορία στην επικείμενη Συνάντηση των Επιτρόπων στις 6 Μαΐου. Στην επιστολή του ο Νίκος Χρυσόγελος ζητά από την Ελληνίδα επίτροπο να καταψηφίσει την πρόταση.


Η επιστολή βασίζεται στην αξιολόγηση του ανεπίσημου προσχέδιου πρότασης που δημοσιοποιήθηκε πριν μερικούς μήνες, σύμφωνα με την οποία εκτιμάται ότι θα επιβληθούν αυξημένοι μη δικαιολογημένοι περιορισμοί και μη εφαρμόσιμες υποχρεώσεις για τους παραδοσιακούς και σύγχρονους σπόρους που παράγει και χρησιμοποιεί ο απλός γεωργός, περιορίζοντας την εμπορική τους κυκλοφορία (βλ. διεξοδική ανάλυση στο Παράρτημα).  


Στην ενέργεια αυτή προχώρησε ο Νίκος Χρυσόγελος, συμπαρατασσόμενος με τις πολυάριθμες οργανώσεις, δίκτυα και αυτοδιοικητικούς φορείς, οι οποίοι ήδη υπέγραψαν και έστειλαν κοινή επιστολή προς την Ελληνίδα επίτροπο, αλλά και με φορείς σε Ευρωπαϊκό επίπεδο που κινητοποιούνται το τελευταίο εξάμηνο, εκτιμώντας ότι η πρόταση για την αναθεώρηση της νομοθεσίας από πλευράς της DGSANCO, προσβάλλει βασικά δικαιώματα του αγροτικού κόσμου και αποτελεί κίνδυνο για την γεωργική βιοποικιλότητα στην Ευρώπη αλλά και την γεωργική παράδοση της Ελλάδας.

 

 

Σχετικά με το θέμα ο Ευρωβουλευτής των Οικολόγων Πράσινων Νίκος Χρυσόγελος δήλωσε: «Η διαμόρφωση της νέας ευρωπαϊκής νομοθεσίας, η αντικατάσταση δηλαδή των υφιστάμενων 12 κοινοτικών Οδηγιών με τον νέο Κανονισμό για την εμπορία των σπόρων, είναι απαραίτητη. Στα 50 χρόνια από τη δεκαετία του ’60, οπότε άρχισε να ισχύει η ευρωπαϊκή νομοθεσία σχετικά με την εμπορία των σπόρων, το 75% περίπου της αγροτικής βιοποικιλότητας στην Ευρώπη έχει χαθεί. Στο μεταξύ η εμπορία φυτογενετικού υλικού έχει μεταλλαχθεί σε
 

Υπάρχει λοιπόν επείγουσα ανάγκη για την ολοκλήρωση της διαδικασίας, που ακριβώς για να γίνει τελικά δυνατή δεν μπορεί να εξυπηρετεί τα συμφέροντα των εταιρειών για τον έλεγχο της αγοράς σπόρων. Θα πρέπει να δίνει προτεραιότητα στα δικαιώματα των μικροκαλλιεργητών και διατηρητών σπόρων, ώστε να παραμείνει η παραγωγή σπόρων στα χέρια τους, ως ζωντανή πρακτική για μια άλλη μορφής γεωργίας -βιώσιμη λύση για την διατροφική αυτάρκεια και διέξοδο στην οικονομική κρίση.

 

Η συζήτηση του θέματος στο Συμβούλιο των Επιτρόπων και μια καταψήφιση της πρότασης της DGSANCO θα είναι μια πρώτη ευκαιρία να αλλάξει η Ευρωπαϊκή νομοθεσία προς μία κατεύθυνση που θα προάγει τη διατήρηση, ιδιοπαραγωγή και ελεύθερη κυκλοφορία σπόρων και παραδοσιακών ποικιλιών και θα διασφαλίζει τον τεράστιο γεωργικό πλούτο χωρών όπως η Ελλάδα.»
 

Αναλυτικά οι λόγοι για τους οποίους υποστηρίζουμε ότι η αναθεώρηση της σχετικής Ευρωπαϊκής νομοθεσίας θα έπρεπε να δίνει έμφαση στη στήριξη των τοπικών και ιδιοπαραγόμενων ποικιλιών:

§   Οι σπόροι των γεωργών έχουν ευρύτατη γενετική βάση. Δηλαδή κάθε σπόρος περιλαμβάνει πολύ περισσότερα γονίδια από αυτά που έχουν οι ποικιλίες της βιομηχανίας. Επομένως είναι προσαρμόσιμοι στις κλιματικές αλλαγές, εξελίσσονται σε ισορροπία με τυχόν ασθένειες και αναπτύσσουν γονίδια αντίστασης, ιδιότητες που τα καταστούν πολύτιμα για την γεωργική βιοποικιλότητα και επομένως για την μελλοντική μας διατροφική επάρκεια και ασφάλεια.

 

§   Σύμφωνα με στοιχεία του ΟΗΕ, σήμερα καλλιεργείται μόνον το 10% των παραδοσιακών ποικιλιών που βρίσκονταν υπό καλλιέργεια πριν 100 χρόνια. Για παράδιειγμα είχαμε κάποτε πολύ μεγάλη ποικιλία σπόρων σιταριού ή ντομάτας, Σήμερα έχει περιοριστεί δραματικά αυτός ο πλούτος. Αυτό το γεγονός είναι καταστροφικό για τη βιοποικιλότητα, δηλαδή για τη συνέχεια της ζωής. Με τη σωστή αναθεώρηση της Ευρωπαϊκής νομοθεσίας θεωρούμε ότι μπορούμε να σώσουμε αυτό το υπόλοιπο 10% και να επαναφέρουμε μέρος της χαμένης γενετικής ποικιλότητας, τα «χαμένα» είδη φυτών.

§   Οι σπόροι των γεωργών είναι πολύτιμοι για την δημιουργία νέων ποικιλιών από τη βιομηχανία. Εάν όμως οι παραδοσιακές ποικιλίες δεν καλλιεργούνται, κινδυνεύουν να εξαφανισθούν, και μαζί με αυτές να χαθεί ο γενετικός πλούτος της χώρας μας αλλά και η πολύτιμη γνώση και παράδοση της γεωργίας. Οι Τράπεζες σπόρων είναι χρήσιμες, ωστόσο χωρίς την καλλιέργεια των παραδοσιακών ποικιλιών στον αγρό, ουσιαστικά δεν επαρκούν.

§   Τις τελευταίες δεκαετίες έχουμε δει την υπερβολική συγκέντρωση δύναμης της Βιομηχανίας σπόρων. Δέκα μόνον πολυεθνικές εταιρίες καλύπτουν ήδη το 73% της παγκόσμιας εμπορικής κυκλοφορίας σπόρων της βιομηχανίας. Οι μεγάλες αγρο-χημικές εταιρίες εξαγοράζουν συνεχώς μικρές και μεσαίες εταιρείες παραγωγής σπόρων, επιβάλλοντας έτσι μια εντατικής μορφής, χημική γεωργία.

 

Σε αντιδιαστολή με τα παραπάνω και αποδεδειγμένα, οι σπόροι των γεωργών είναι κατάλληλοι για ήπιου τύπου πολυλειτουργικά συστήματα γεωργίας, προσαρμοσμένα στις ιδιαιτερότητες και τις συνθήκες που επικρατούν σε κάθε περιοχή, είναι χαμηλών εισροών αγροχημικών και πετρελαίου, κατάλληλοι για ένα διαφορετικό μοντέλο διατροφής σε οικογενειακό, τοπικό αλλά και περιφερειακό επίπεδο.
 
Αναλυτική παρουσίαση των βασικών σημείων αντίθεσης στην πρόταση της DGSANCO:
 
 
Η υποχρεωτική ένταξη των τοπικών παραδοσιακών ποικιλιών σε εθνικούς ή ευρωπαϊκούς καταλόγους, τους ίδιους με τις ανταγωνιστικές ποικιλίες, προκειμένου να διατίθενται στο εμπόριο (Άρθρο 25.1), παρά τις ελαφρύτερες απαιτήσεις που περιγράφονται (Άρθρο 49), δημιουργεί ένα ανυπόφορο γραφειοκρατικό και οικονομικό βάρος στους μικρούς παραγωγούς. Επίσης, προτείνεται να εφαρμοστούν (Άρθρα 25, 54, 56, 57, 58 & 59) τα κριτήρια της διακριτότητας, της ομοιομορφίας και της σταθερότητας (distinctiveness, uniformity, and stability - DUS) και στις μη ανταγωνιστικές παραδοσιακές τοπικές ποικιλίες, προκειμένου αυτές να ενταχθούν στους κοινούς καταλόγους ποικιλιών. Με την εφαρμογή τους, ουσιαστικά ακυρώνεται το δικαίωμα στις τοπικές ποικιλίες να μπορούν να μπουν στους καταλόγους. Η άλλη πρόταση είναι να υπάρχει ένας παράλληλος κατάλογος - λιγότερο αυστηρός - και σε αυτόν να υπάγονται οι παραδοσιακές, τοπικές ποικιλίες.
 
 
Καθιερώνεται ως κριτήριο ένταξης στους καταλόγους (Άρθρο 10.3) η ύπαρξη επίσημα αναγνωρισμένης περιγραφής μιας ποικιλίας πριν την θέσπιση της νέας νομοθεσίας. Το κριτήριο αυτό αποκλείει την επανατοποθέτηση σε παραγωγικό κύκλο όσων παλαιών ποικιλιών δεν έχουν ήδη περιγραφεί ή αξιοποιηθεί μέχρι σήμερα, στερώντας μας από πολύτιμα αποθέματα φυτογενετικού υλικού. Απαγορεύει επίσης πλέον στους μικρούς παραγωγούς, να παράγουν νέες βελτιωμένες ποικιλίες, βασισμένες στους παλιούς σπόρους, όπως έκαναν με επιτυχία στην πορεία της ανθρωπότητας μέχρι σήμερα.
 
 
Επιβάλλονται άχρηστοι και αυθαίρετοι γεωγραφικοί περιορισμοί στην αξιοποίηση των παραδοσιακών ποικιλιών, περιορίζοντας την παραγωγή τους στις περιοχές προέλευσής τους (Άρθρα 25.2 και 97.5)
Δεν καλύπτεται επίσης με ξεκάθαρο τρόπο η ανταλλαγή και η διάθεση σπόρων τοπικών και παραδοσιακών ποικιλιών χωρίς χρηματικό αντίτιμο, από οργανώσεις για τη διατήρηση της βιοποικιλότητας, όπως του «Πελίτι» (Άρθρα 2 και 3).
-              Επαναφέρονται περιορισμοί στις συσκευασίες διάθεσης σπόρων από τους μικρούς παραγωγούς, ακόμη σε μικρά πακέτα (Άρθρο 5) και απαιτήσεις σφράγισης (Άρθρο 27), ενώ οι αντίστοιχες ενέργειες είναι ελεύθερες για τα εμπορικά καταστήματα.
-              Επιβάλλονται διαδικασίες ελέγχων στο χωράφι και στο έδαφος καθ΄ όλη τη διάρκεια της καλλιεργητικής περιόδου (Παράρτημα ΙΙ), δημιουργώντας δυσανάλογη οικονομική επιβάρυνση στους μικρούς παραγωγούς.  

 

 

Last modified on Πέμπτη, 02 Μάιος 2013 11:36