24 Απριλίου 2018

Η ώρα μιας νέας πράσινης πολιτικής

 

 

 

 

 

 

 

 

 

των Μιχάλη Τρεμόπουλου, Νίκου Χρυσόγελου

πρώην ευρωβουλευτών (ομάδα των Πράσινων)

(το άρθρο δημοσιεύθηκε και εδώ )

Σε ένα επικίνδυνο και ρευστό διεθνές πλαίσιο, όπου οι ένοπλες επεμβάσεις τείνουν να αντικαταστήσουν τον διάλογο και την ειρηνική επίλυση των συγκρούσεων, αυτό που ξεχωρίζει είναι η απομάκρυνση από τις αρχές της ανοιχτής κοινωνίας και η ενίσχυση του μοντέλου της αυταρχικής δεσποτείας, με ηγέτες μουσολινικής κοπής (Πούτιν, Τραμπ, Ερντογάν κ.α.) και άλλους που έλκονται από το αντιδημοκρατικό μοντέλο της Κίνας ή ανοίγουν τον δρόμο για την άνοδο εθνικιστικών και λαϊκιστικών κινημάτων.

Στο εγχώριο κεντρικό πολιτικό επίπεδο έχουν καταρρεύσει οι ψευδαισθήσεις ότι για να βγει η χώρα από την κρίση αρκούσαν κάποιες οριζόντιες δημοσιονομικές πολιτικές ή απλώς μια σύγκρουση με τη Μέρκελ. Τελικά, όλοι όσοι συμμετείχαν στη διακυβέρνηση της χώρας την περίοδο της δεκαετούς κρίσης, κατέληξαν να υλοποιούν, με ευθύνη και των δανειστών και του ελληνικού πολιτικού συστήματος, μια πολιτική που βασίζεται σε κάποιες επιφανειακές μεταρρυθμίσεις και κυρίως στη λογική της εσωτερικής υποτίμησης, της απορρύθμισης της εργασίας, της ιδιωτικοποίησης βασικών υποδομών ή/και βαριάς φορολογικής επιβάρυνσης για να συνεχίσει η χρηματοδότηση μιας αναποτελεσματικής κοινωνικής αλλά κυρίως πελατειακής πολιτικής.

Παρά τις έντονες κομματικές αντιπαραθέσεις, οι κύριοι παίκτες (κυβέρνηση, αξιωματική αντιπολίτευση,  κεντροαριστερά) εκπροσωπούν περίπου την ίδια πολιτική ενώ το ΚΚΕ έχει μείνει σε ένα μοντέλο που αποδείχθηκε εξίσου καταστροφικό και κατέρρευσε από τα αδιέξοδά του. Φυσικά, η εγκληματική Χρυσή Αυγή και ο γραφικός Λεβέντης δεν μπορούν ούτε κατ’ ελάχιστον να συνεισφέρουν στην αντιμετώπιση των σημερινών αδιεξόδων της χώρας.

Σήμερα παρά ποτέ χρειάζεται μια εντελώς διαφορετική πολιτική, που θα έβγαζε τη χώρα από την πολλαπλή κρίση και θα την άλλαζε αλλά προς όφελος της κοινωνίας, ένα συνολικά διαφορετικό πολιτικό σύστημα, μια νέα στρατηγική για την κοινωνική και οικολογική βιωσιμότητα της χώρας. Λαμβάνοντας υπόψη τόσο τα πλανητικά προβλήματα όσο και τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά της χώρας που οδήγησαν στην κρίση, είναι φανερό ότι χρειάζονται βαθιές ανατροπές και δομικές μεταρρυθμίσεις (όχι απλώς απορρυθμίσεις), που θα άλλαζαν:

– το φθαρμένο πολιτικό σύστημα και τη θεσμική συγκρότηση της χώρας, που αναπαράγει τη διαφθορά, το κομματικό κράτος, τη γραφειοκρατία και τον σκοταδισμό, προωθώντας (στο πλαίσιο ουσιαστικών αλλαγών και σε ευρωπαϊκό επίπεδο) την εμβάθυνση της δημοκρατίας και της αυτοδιοίκησης, τον διαχωρισμό κράτους–εκκλησίας, τη βιωματική Παιδεία ελεύθερα σκεπτόμενων πολιτών, την ενίσχυση της αμεσοδημοκρατικής συμμετοχής των πολιτών στη διαμόρφωση και λήψη αποφάσεων, την αναδιάταξη του μονοπωλίου της εξουσίας από τα κόμματα προς την κοινωνία και νέους συμμετοχικούς θεσμούς, ώστε να μην είναι η πολιτική αποκλειστική υπόθεση των κομμάτων και της εκάστοτε κυβερνώσας μειοψηφίας, τον σεβασμό των ανθρώπινων, πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων ως αναπόσπαστο στοιχείο μιας νέας κουλτούρας και καθημερινότητας,

– το οικονομικό – παραγωγικό – καταναλωτικό μοντέλο της χώρας ώστε να μεταβούμε το γρηγορότερο προς ένα οικονομικό σύστημα μη εκμεταλλευτικό και καταναλωτικό, που θα θέτει σε προτεραιότητα τον πολίτη, το περιβάλλον, την υπεράσπιση των συλλογικών αγαθών (με τη μη ιδιωτικοποίηση πχ του νερού) και τις συνεργατικές μορφές της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας, μια οικονομίας που να είναι κοινωνικά δίκαιη, πράσινη-κυκλική, ζωντανή, που να προωθεί τη δίκαιη αναδιανομή και τα δίκαια των εργαζομένων, με έμφαση στην ποιοτική πρωτογενή παραγωγή, στην υγιεινή διατροφή, την απομάκρυνση από τη βιομηχανοποίηση της τροφής και της κτηνοτροφίας, τη χημική και μεταλλαγμένη παραγωγή, το αγρο-διατροφικό μοντέλο που απομακρύνεται από την τοπική προσαρμοστικότητα και υποδουλώνεται σε επιχειρηματικά μονοπώλια με μεγάλες δόσεις αυταρχικής επιβολής, το καταστροφικό μοντέλο του μαζικού τουρισμού,

– τις κυρίαρχες κοινωνικές πολιτικές και τις κοινωνικές υποδομές που είναι όλο και πιο αδύναμες και αναποτελεσματικές, αδιέξοδες, γραφειοκρατικές, σχεδόν αποκλειστικά επιδοματικές, που συντηρούν τα κοινωνικά προβλήματα κι αδιέξοδα, προς ένα καινοτόμο, στοχευμένο στην επίλυση των προβλημάτων μοντέλο, αποτελεσματικό σε σχέση με τους πολίτες που βρίσκονται σε ανάγκη και κοινωνικό αποκλεισμό, στην προώθηση “της υγείας για όλους”, τα δικαιώματα των παιδιών, την υγιή γήρανση, την ανεξάρτητη και αξιοπρεπή διαβίωση για όλους (συμπεριλαμβανομένων των ΑμεΑ), την κοινωνική συνοχή, την κοινωνική κατοικία, που να αντιμετωπίζει με πρόληψη την κρίση στην Υγεία (για αντιμετώπιση της αύξησης καρκινοπαθειών, καρδιοπαθειών, αυτοάνοσων κ.α.), με διαφάνεια και αλληλεγγύη αλλά και με χαμηλού κόστους λύσεις, όπως η προώθηση των γενόσημων,

– το ενεργειακό και μεταφορικό μοντέλο, ώστε να μεταβούμε σε ένα μοντέλο ενεργειακής δημοκρατίας, που θα βασίζεται στην ενεργειακή αποτελεσματικότητα και τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, την αποσύνδεση από τα ορυκτά καύσιμα και την αυξανόμενη κατανάλωση ενέργειας και φυσικών πόρων, και θα συμβάλλει στη μετατροπή των μεταφορικών συστημάτων προς συνδυασμένα συστήματα βασισμένα σε οικολογικές επιλογές (σιδηρόδρομος, τραμ, ποδήλατα κ.α.),

– τις περιβαλλοντικές πολιτικές που θα έβαζαν τέλος στη λιγνιτική εποχή και θα προστάτευαν τα οικοσυστήματα, τα δάση, τα νερά και τις άλλες μορφές ζωής και θα συγκρούονταν με τα συμφέροντα και τα κάθε είδους λόμπι (όπως των κυνηγών), τα οποία επιβουλεύονται τους εναπομείναντες ελεύθερους χώρους (όπως στο «Ελληνικό» ή τα πρώην στρατόπεδα) ή υποσκάπτουν την ελληνική φύση και θα συνεργάζονταν με τις περιβαλλοντικές και φιλοζωικές οργανώσεις.

Σήμερα, λοιπόν, χρειάζεται περισσότερο παρά ποτέ ένα κίνημα των κινημάτων και ένας πράσινος πολιτικός φορέας, που θα είναι σε θέση να προωθήσουν αυτές τις βαθιές αλλά δίκαιες και προς όφελος της κοινωνίας ανατροπές, σε διάλογο και συνεργασία με την κοινωνία των πολιτών.

Σε αυτή τη συγκυρία, η σταδιακή αποσύνθεση και μετατροπή των Οικολόγων Πράσινων σε έναν υπάκουο εταίρο μιας αποτυχημένης κυβερνητικής πολιτικής, που είναι πασιφανές ότι δεν προωθεί τις αναγκαίες στρατηγικές αλλαγές, αποτελεί μέρος του προβλήματος. Τα περισσότερα μέλη και στελέχη, που διαμόρφωσαν μεταξύ 2007 με 2013 ένα πολιτικό κίνημα που είχε τη δυνατότητα να συμβάλλει στην αλλαγή της πορείας της χώρας, σήμερα δεν είναι πλέον μέλη των Οικολόγων Πράσινων. Άλλοι φύγαμε πιο νωρίς, άλλοι έφυγαν πιο αργά, και με κάποιες/ους που παραμένουν ακόμα στους ΟΠ μπορεί να συνεχίσουμε να είμαστε φίλοι και στο μέλλον. Είναι όμως ξεκάθαρο πλέον στην κοινωνία ότι η υπόθεση της πολιτικής οικολογίας δεν μπορεί να εκπροσωπηθεί από το σημερινό, ενσωματωμένο στον κυβερνητικό ΣΥΡΙΖΑ, σχήμα των Οικολόγων Πράσινων, που διαθέτει μια σφραγίδα (από το μακρινό παρελθόν) αλλά όχι περιεχόμενο και κοινωνικό έρεισμα.

Μετά από έναν ολόκληρο κύκλο ψευδαισθήσεων ή λαθών (για τα οποία αναλαμβάνουμε την ευθύνη στον βαθμό που μας αναλογεί), είναι σαφές σε ένα διευρυμένο ποσοστό της κοινωνίας -και όχι μόνο στον χώρο της οικολογίας- ότι η Πράσινη πολιτική είτε θα αυτοπροσδιορίζεται και θα είναι αυτόνομη, ώστε να μπορεί να διαθέτει την προωθητική δύναμη μιας μεταρρυθμιστικής και ανατρεπτικής πολιτικής ή δεν θα υπάρχει ως πολιτικό εγχείρημα (αλλά μόνο ως ψευδεπίγραφη, εργαλείο προσωπικών “τακτοποιήσεων”).

Σήμερα δημιουργούνται προϋποθέσεις και γόνιμο κλίμα για να συναντηθούμε, πιο πλούσιοι σε εμπειρία και υπερβαίνοντας διαχωρισμούς άλλων εποχών, υγιείς δυνάμεις του οικολογικού, εναλλακτικού και πράσινου χώρου και της αυτόνομης κοινωνικής δράσης, με νέες δημιουργικές κοινωνικές δυνάμεις, που κατανοούν ότι χρειάζεται να υπάρξει ένας νέος πράσινος, κοινωνικός και πολιτικός φορέας, που θα συμβάλλει στις βαθιές, ριζικές αλλαγές, τις οποίες χρειάζεται η ελληνική κοινωνία. Οι καιροί είναι δύσκολοι, η απογοήτευση και ο κυνισμός εξακολουθούν να κρατούν σε μεγάλο βαθμό καθηλωμένους τους ανθρώπους, αλλά η πρόκληση είναι μεγάλη.

Μπορούμε να μετατρέψουμε την κρίση σε ευκαιρία αλλαγής. Χρειάζεται όμως άμεσα να ξεκινήσουμε τη διαδικασία συγκρότησης από κοινού με ευρύτερες δυνάμεις ενός νέου, πολιτικού σχήματος, που δεν θα στοχεύει μόνο στην αυτόνομη συμμετοχή στις εθνικές κι ευρωπαϊκές εκλογές αλλά και θα επανακτήσει ρίζες, που θα τις βαθύνει μέσα στην κοινωνία.

Οι πράσινες επιλογές έχουν γίνει κτήμα πολύ ευρύτερων κοινωνικών και παραγωγικών δυνάμεων, δεν είναι υπόθεση ενός απονευρωμένου και κλειστού κλαμπ κάποιου κομματικού σχηματισμού. Ζούμε σε μια εποχή που οι πράσινες πολιτικές αναδεικνύονται ως η μόνη εναλλακτική λύση ουσίας, γιατί δεν εμπνέονται από την κερδοσκοπία, τον ανταγωνισμό και την ιδιοτέλεια αλλά από την αλληλεγγύη, τη συνεργασία και την εθελοντική αλλαγή του τρόπου ζωής προς μια ήπια, δίκαιη και λιτή αφθονία, αν θέλουμε να αντιμετωπίσουμε τη βαθιά και πολύπλευρη κρίση που πλήττει όχι μόνο τη χώρα μας αλλά και τον πλανήτη (κλιματική αλλαγή, πόλεμοι για τον έλεγχο των πρώτων υλών και του πετρελαίου, διεύρυνση κοινωνικών ανισοτήτων, δημοκρατία που αντί να διευρύνεται απειλείται, τμήματα της κοινωνίας που μένουν πίσω και στρέφονται από ανασφάλεια σε λαϊκιστές κι ακροδεξιούς, ανάπτυξη μιας οικονομίας φούσκας, αύξηση των προσφύγων του πολέμου και των μεταναστών κα).

Απέναντι στη διαπίστωση ότι όλοι οι πολιτικοί είναι ίδιοι, θα πρέπει να αντιτάξουμε ότι δεν μπορεί να αλλάξει ούτε η πολιτική ούτε η κοινωνία, αν δεν αλλάξουμε κι εμείς, αν δεν προσπαθήσουμε να τα αλλάξουμε όλα.

Η πολιτική δεν μπορεί να αφεθεί στους επαγγελματίες αλλά να την αναγκάσουμε να στραφεί στην υπεράσπιση του δημόσιου συμφέροντος, απέναντι σε ιδιοτελή συμφέροντα και το προσωπικό “βόλεμα”, να είναι ρεαλιστική αλλά κι ανατρεπτική, με προτάσεις αλλά και όραμα, συμμετοχική και σε ανοικτό διάλογο με τις κοινωνικές και επιστημονικές εξελίξεις, να αφορά τους πολίτες και όχι ισχυρά λόμπυ, να λειτουργεί περισσότερο ως ένα δίκτυο ενεργών πολιτών, με αλληλοσεβασμό και σύνθεση απόψεων, αντί για κλειστό, αδιαπέραστο σύστημα, σκληρό μηχανισμό και προσωποπαγή ομαδοποίηση.

Είμαστε στην αρχή ενός νέου δημιουργικού κύκλου. Μετά το τέλος των ψευδαισθήσεων, χρειάζεται να συνδιαμορφώσουμε την εποχή των πραγματικών (πράσινων, κοινωνικών) λύσεων κι επιλογών.