17 Ιούνιος 2018

Επιλύοντας προβλήματα του παρελθόντος με συμβιβασμό, να στραφούμε τώρα δημιουργικά προς το μέλλον

Οι ΠΡΑΣΙΝΟΙ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ είμαστε σταθερά υπέρ της επίλυσης των προβλημάτων, όχι της διαιώνισής τους. Η Συμφωνία που επιτεύχθηκε μεταξύ των δύο πρωθυπουργών Ελλάδας και ΠΓΔ Μακεδονίας με την συμβολή των Ηνωμένων Εθνών μπορεί να μην είναι τέλεια αλλά θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για μια νέα στρατηγική συνεργασία μεταξύ των δύο χωρών (και ευρύτερα στα δυτικά Βαλκάνια) στη βάση σχέσεων καλής γειτονίας, ειρήνης, ανοικτών συνόρων, αλληλοσεβασμού.

Το κύριο πρόβλημα της Συμφωνίας είναι ότι επικεντρώνεται κυρίως στο παρελθόν, προσπαθεί να βρει συμβιβασμούς που αφορούν την εθνική συγκρότηση που συνέβη σε άλλες χώρες και περιοχές τον 19ο και τον 20ο αιώνα και ελάχιστα αφορά τον 21ο αιώνα. Είναι όμως αναγκαίο κακό να επιλυθούν με συμβιβασμό θέματα του παρελθόντος για να προχωρήσουμε στα θέματα του παρόντος και του μέλλοντος. Η οικολογική διαχείριση των Πρεσπών θα μπορούσε να είναι ένα πρώτο έστω βήμα για την ανάπτυξη μιας συνεργασίας που θα βασίζεται σε σύγχρονες αντιλήψεις που υπερβαίνουν τους πολέμους, τον εθνικισμό και τον απομονωτισμό, καταστάσεις που χαρακτήρισαν τα Βαλκάνια για πολλές δεκαετίες.

Σε ένα συμβιβασμό καμία πλευρά δεν μπορεί να είναι ικανοποιημένη 100%. Έτσι και σε αυτή την περίπτωση. Το σημαντικό είναι να μην νοιώθει καμία κοινωνία ηττημένη γιατί αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε άσχημες καταστάσεις στο μέλλον ανεξαρτήτως τι προβλέπει η συμφωνία. Προφανώς είναι σημαντικό το ότι βρέθηκε μια συμβιβαστική σύνθετη ονομασία (Βόρεια Μακεδονία) και ότι γίνεται προσπάθεια να εξαλειφθούν από τις επίσημες πολιτικές ο αλυτρωτισμός και εθνικισμός. Η ανάπτυξη, όμως, πνεύματος συνεργασίας και αλληλοσεβασμού, η απομόνωση των εθνικιστών κι από τις δύο πλευρές, η αίσθηση ότι πράγματι ήταν ένας καλός συμβιβασμός και καμία κοινωνία δεν υπέστη ήττα και ταπείνωση θα απαιτήσει χρόνο, διαμόρφωση νέας κουλτούρας και ανάπτυξη κοινών δράσεων ώστε να διαμορφωθεί μέσα στις δυο κοινωνίες η αναγκαία δυναμική ότι έχουμε να κερδίσουμε μέσα από την συνεργασία.

Η επίλυση των προβλημάτων με την γειτονική μας χώρα με τρόπο που ανοίγει προοπτικές σχέσεων καλής γειτονίας και συνεργασίας, που στρέφεται προς το μέλλον κι όχι προς το παρελθόν, θα έπρεπε να είχε γίνει στις αρχές της δεκαετίας του ‘90 υπό καλύτερες συνθήκες και πριν γενιές πολιτών και στις δύο χώρες μεγαλώσουν με εθνικιστικές ιδέες.

Το πακέτο Πινέιρο στις αρχές της δεκαετίας του ‘90 προσέφερε αυτό το πλαίσιο, και ίσως ήταν καλύτερο από την σημερινή Συμφωνία. Όμως σύμπαν το ελληνικό πολιτικό σύστημα υιοθέτησε, τότε, παράλογες αντιλήψεις (ελάχιστες οι φωτεινές εξαιρέσεις) που έδωσαν χώρο και εξέθρεψαν τον εθνικισμό και στις δύο πλευρές. Πολλοί έχτισαν καριέρες πάνω στην απολυτότητα ακόμα και αν αυτό έκανε μεγάλη ζημιά στη χώρα μας. Άλλοι οργάνωναν μπουκοτάζ την ίδια στιγμή που οργανώνονταν το λαθρεμπόριο και η μαύρη αγορά, επισκέπτονταν μαζικά το καζίνο, εισέδυσαν στην αγορά της γειτονικής χώρας.

Ακόμα και όταν η ελληνική πλευρά μετακινήθηκε προς ρεαλιστικές και λιγότερο εθνικιστικές απόψεις, και κατάφερε να μετριάσει με την Ενδιάμεση Συμφωνία θέματα αλυτρωτισμού και ακραίων εκδηλώσεων παραποίησης της ιστορίας στην γειτονική χώρα, αυτό δεν εξηγήθηκε στην κοινωνία, που προτιμούσε να κρύβει κάτω από το χαλί πολλά από τα θέματα, να θεωρεί ότι η «Μακεδονία είναι μία και ελληνική«, να μην δέχεται καμία σύνθετη ονoμασία αν και 140 χώρες αναγνώριζαν την γειτονική χώρα απλώς ως «Μακεδονία», ενώ εμείς ως “ΠΓΔ Μακεδονίας”.

Ελάχιστα ενημερωμένοι οι πολίτες αποδεχόντουσαν άκριτα απόψεις περί μη ύπαρξης «άλλης» γλώσσας την ίδια στιγμή που οι πολιτικοί διαπραγματεύονταν “αμετάφραστη” ονομασία (σε ποια ανύπαρκτη άραγε γλώσσα;), αγνοούσαν όσα έγραφαν γνωστοί λογοτέχνες όπως η Πηνελόπη Δέλτα, ο Στρατής Μυριβήλης ή ο Παύλος Μελάς, αδιαφορούσαν για το γεγονός ότι κρατικές στατιστικές κατέγραφαν κάποιους “περίεργους” κατοίκους στην Ελλάδα, ότι οι εθνικόφρονες χαρακτήριζαν τους αντιφρονούντες “μιάσματα και σλαβομακεδόνες”, ότι το ελληνικό κράτος είχε εκδώσει σχετικό βιβλίο “στην ανύπαρκτη γλώσσα” το 1928 αλλά, κυρίως, ότι μια “άγνωστη”, περιορισμένη γλώσσα εντάχθηκε στον κατάλογο του ΟΗΕ με τις λιγότερο ομιλούμενες γλώσσες που χρήζουν προστασίας για λόγους πολιτισμικούς και όχι εθνικιστικούς. Γιατί τις γλώσσες πρέπει να τις αποσυνδέσουμε από εθνικιστικές και μονοσήμαντες ερμηνείες και να τις αναγνωρίσουμε ως μέσα επικοινωνίας και πολιτισμού ανεξαρτήτως του πόσοι τις ομιλούν.

Και ενώ όλα αυτά τα θέματα τα διαχειρίστηκαν πολιτικά κόμματα που βρέθηκαν στην εξουσία για πολλά χρόνια (ΝΔ, ΠΑΣΟΚ), σήμερα διαρρηγνύουν τα ιμάτια τους γιατί η γεωπολιτική συγκυρία αλλά και η τόλμη κυρίως του πρωθυπουργού της ΠΓΔΜ προσφέρει για πρώτη φορά μετά από 27 χρόνια την δυνατότητα να υπάρξει ένας σχετικά δίκαιος συμβιβασμός. Πρέπει να παραδεχτούμε ότι δεν είναι μικρό βήμα από μια χώρα που έχει μια συνταγματική ονομασία και έχει αναγνωριστεί με αυτήν από 140 χώρες μεταξύ των οποίων οι ΗΠΑ, η Κίνα και η Ρωσία, να κάνει πίσω και να δέχεται να αλλάξει αυτή την ονομασία της και να αναπτύξει καλύτερες σχέσεις με τους γείτονες της που ζητούν κάτι τέτοιο…Δεν είναι κάτι εύκολο και θα μπορούσε να οδηγήσει σε ακραία πόλωση μέσα στην ΠΓΔ Μακεδονίας, όπου έχουν ακόμα ισχυρή επιρροή εθνικιστικές δυνάμεις (συμπεριλαμβανομένου του προέδρου). Οι σχέσεις καλής γειτονίας και η ευρωπαϊκή προοπτική της γειτονικής χώρας είναι πράγματι η κινητήρια δύναμη αυτών των εξελίξεων, που πρέπει να στηρίξουμε με όλες τις δυνάμεις μας, αλλά πρέπει να αναπτύξουμε ένα σχέδιο ενίσχυσης των πολιτιστικών, τοπικών, οικονομικών και περιβαλλοντικών συνεργασιών, ώστε να εμπεδωθεί κλίμα συνεργασίας και ευρωπαϊκής προοπτικής στην ευρύτερη περιοχή.

Ανεξαρτήτως των λαθών της ελληνικής κυβέρνησης και των υπαρκτών προθέσεών της να χρησιμοποιήσει το θέμα για να δημιουργήσει εσωκομματικά προβλήματα στα άλλα κόμματα, γεγονός παραμένει ότι η επίλυση των προβλημάτων με την γειτονική χώρα είναι θετική. Ανεξαρτήτως λοιπόν της κριτικής μας στην κυβέρνηση (βαθιά και ουσιαστική κριτική για τα περισσότερα θέματα που διαχειρίζεται) οι ΠΡΑΣΙΝΟΙ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ δεν επιλέγουμε να πετάξουμε την μπάλα στην εξέδρα για λόγους αντιπολιτευτικούς. Υπάρχει τεράστιο πεδίο για πραγματική και δημιουργική αντιπολίτευση, όχι πάντως για καταστροφική αντιπολίτευση για ένα τόσο σοβαρό θέμα που έχει χρονίσει και βρομίσει.

Οι ΠΡΑΣΙΝΟΙ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ είμαστε ξεκάθαροι. Θα έπρεπε να έχει διαμορφωθεί μια ευρύτερη συναίνεση (με πρωτοβουλία και της κυβέρνησης και της αντιπολίτευσης) και να έχει εξηγηθεί αναλυτικά στην ελληνική κοινωνία, να έχουν καταρριφθεί μύθοι που δεν έχουν σχέση με την πραγματικότητα, να έχουν αναδειχθεί τα οφέλη από την ανάπτυξη σχέσεων καλής γειτονίας, σταθερότητας και ειρηνικής συνεργασίας στην περιοχή. Αλλά κοιτώντας προς το μέλλον, πρέπει τώρα να δουλέψουμε από κοινού για τη εφαρμογή στην πράξη έστω κι αυτής της όχι τέλειας συμφωνίας, μια και δεν είναι αυτονόητο ότι δεν θα υπάρξουν εμπόδια ή και πισωγυρίσματα και στην γειτονική χώρα αλλά και στη δική μας. Πάντως πολλά από τα προβλήματα του παρελθόντος ανάμεσα στις δυο χώρες έχουν γίνει σήμερα στο μεγαλύτερο μέρος τους ιστορία. Οι αιτίες του «μακεδονικού» στην Ελλάδα και του «μακεδονισμού» στους γείτονες δεν μπορούν σε γενικές γραμμές να παράγουν πλέον αρνητικά αποτελέσματα (ελληνοσερβική συμφωνία του 1914 για την εισαγωγή του όρου «σλαβομακεδόνες», πολιτική της Κομμουνιστικής Διεθνούς στο μεσοπόλεμο για τη δημιουργία «Σοσιαλιστικής Ομοσπονδίας της Μακεδονίας», διαμάχη Τίτο – Δημητρώφ για το μοίρασμα της «Μακεδονίας», διάφορες θεωρίες περί «εθνογένεσης» κλπ).

Προφανώς, δεν μπορεί κάθε θέμα να αντιμετωπίζεται υπό το πρίσμα αν θα έχει κομματικά ή όχι οφέλη η κυβέρνηση ή αντιπολίτευση. Δεν κατανοούμε πως μια αξιωματική αντιπολίτευση που περιμένει να γίνει κυβέρνηση διαχειρίζεται με ανευθυνότητα κι εθνικιστικές κορώνες ένα τόσο σοβαρό θέμα, όταν στην πραγματικότητα είχε κι αυτή προσεγγίσει στο παρελθόν παρόμοιες με τον σημερινό συμβιβασμό θέσεις έστω και για λόγους τακτικής, ή πώς ανεύθυνα χρησιμοποιεί φρασεολογία εθνικιστών για «μειοδοσία” και «ξεπούλημα της εθνικής υπόθεσης», πολύ περισσότερο που στο παρελθόν έχει αντιμετωπιστεί και η ίδια απαξιωτικά με όρους “πουλημένοι”, «γερμανοτσολιάδες», «μειοδότες» κα. Είναι τυχοδιωκτισμός εκ μέρους της αξιωματικής αντιπολίτευσης να αρνιέται ένα συμβιβασμό που ήταν άπιαστο όνειρο μερικά χρόνια πριν και να πηγαίνει κόντρα στην πραγματικότητα θεωρώντας ότι δεν ήταν τώρα η ώρα για μια συμφωνία, υποσχόμενη τον …παράδεισο κάποτε στο μέλλον!

Αλλά και η κυβέρνηση έχει τεράστιες ευθύνες όταν αναπτύσσει πολεμική αντιπαράθεση με τα άλλα κόμματα τη στιγμή που απαιτείται ευρύτερη συναίνεση για να ενημερωθεί σωστά η κοινωνία και να εφαρμοστεί στην πράξη η Συμφωνία αλλά και όταν ο κυβερνητικός εταίρος της είναι ακόμα χειρότερος από την αντιπολίτευση σε αυτά που λέει σχετικά με την Συμφωνία.

Το ΚΙΝΑΛ αδυνατεί για άλλη μια φορά να συγκροτήσει μια σοβαρή πολιτική πρόταση αφού αντιφάσκει ακόμα και με τις επιλογές του παρελθόντος του στο θέμα (πχ Ενδιάμεση Συμφωνία) αλλά κυρίως αδυνατεί να σχεδιάσει πολιτικές που στρέφονται προς το μέλλον. Το δε ΚΚΕ αρνιέται να δει την πραγματικότητα, βλέπει μόνο το δάκτυλο και αδυνατεί να δει το φεγγάρι που δείχνει το δάκτυλο.

Δεν είναι σοβαρό για κάθε κυβερνητική επιλογή να ζητάει η αντιπολίτευση εκλογές ή να αμφισβητεί την δυνατότητα μιας κυβέρνησης να προετοιμάζει και να υπογράφει συμφωνίες που έτσι κι αλλιώς θα περάσουν από τη Βουλή.

Η διαχείριση του θέματος 27 χρόνια τώρα αλλά και σήμερα δείχνει πόσο ανέτοιμο και απροετοίμαστο, αλλά και κυριαρχούμενο από πολεμικές αντιλήψεις και μικροκομματικές προσεγγίσεις είναι το πολιτικό μας σύστημα, πόσο ιεραρχεί το κομματικό συμφέρον σε βάρος των λύσεων και του συμφέροντος της κοινωνίας.