Με αφορμή την κατολίσθηση λιγνιτικών εδαφών στο ορυχείο Αμυνταίου θα έπρεπε λογικά να ανοίξει μια σοβαρή συζήτηση για το πραγματικό κόστος του λιγνίτη. Είναι ευρέως διαδεδομένη η άποψη ότι ο λιγνίτης είναι ένα φτηνό καύσιμο για την παραγωγή ενέργειας ενώ οι ΑΠΕ ακριβές. Όπως συμβαίνει με όλα τα ορυκτά καύσιμα, υπάρχουν κρυφές επιδοτήσεις, που ο πολίτης δεν αντιλαμβάνεται. Επιδοτήσεις που έρχονται να προστεθούν στο λεγόμενο εξωτερικό κόστος - τις επιπτώσεις στην κοινωνία και στο περιβάλλον - που δεν αποτυπώνονται στην τιμή του πετρελαίου, του λιγνίτη και του κάρβουνου. Η κατολίσθηση για παράδειγμα είναι η κορυφή του παγόβουνου στις επιπτώσεις. Αλλά μπορεί να μας δείξει το πραγματικό κόστος του λιγνίτη. Πέρα από άλλα προβλήματα που προκάλεσε, υπάρχει ένα οικονομικό κόστος εκατοντάδων εκατομμυρίων, άλλοι το ανεβάζουν σε ένα δις. Ποιος θα πληρώσει τελικά το κόστος της καταστροφής, για να συντηρείται ο «μύθος του φτηνού λιγνίτη»; Απ’ ότι φαίνεται οι πολίτες. Και ο λογαριασμός θα είναι μεγάλος, πολλές εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ.

Στις 10 Ιουνίου ένας μεγάλος όγκος εδαφών αποκολλήθηκε και μετακινήθηκε σε απόσταση αρκετών δεκάδων μέτρων στο ορυχείο Αμυνταίου του Λιγνιτικού Κέντρου Δυτικής Μακεδονίας. Από την κατολίσθηση και μετακίνηση των μαζών καταπλακώθηκαν και καταστράφηκαν ολοσχερώς τρεις γιγάντιοι εκσκαφείς, ενώ προκλήθηκαν κι άλλες ζημιές. Ευτυχώς, δεν υπήρξαν τραυματισμοί εργαζομένων ή κατοίκων γειτονικών περιοχών από την κατολίσθηση. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει κόστος από αυτήν. Το κόστος της κατάρρευσης, των ζημιών στα μηχανήματα και το κόστος άμεσης απαλλοτρίωσης των Αγίων Αναργύρων εκτιμώνται σε εκατοντάδες εκατομμύρια. 

ΠΡΑΣΙΝΟΙ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ: Στην πραγματικότητα ο λιγνίτης μας κοστίζει πολύ ακριβά

 

Αναλυτικά οι θέσεις των Πράσινων Αλληλεγγύη για την κατάρρευση του λιγνιτορυχείου Αμυνταίου

Πολλοί, μεταξύ των οποίων και η ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ με ανακοίνωσή της λίγο πριν από τη μεγάλη καταστροφή, θεωρούν ότι ο λιγνίτης είναι μια φτηνή πρώτη ύλη για την παραγωγή ενέργειας. Επιμένουν στην συνέχιση της εκμετάλλευσής του αποκρύβοντας τόσο το πραγματικό κόστος που συνεπάγεται στο περιβάλλον, στην οικονομία και στην υγεία/κοινωνία όσο και τις έμμεσες επιδοτήσεις προς τον λιγνίτη.

Κατολισθήσεις συμβαίνουν στα ορυχεία λιγνίτη. Το πρόσφατο περιστατικό ήταν μεν ένα από τα μεγαλύτερα αλλά δεν είναι το μοναδικό. Μια από τις κύριες αιτίες κατολισθήσεων, όπως αυτή στους Αγ. Αναργύρους, είναι η αστάθεια των εδαφών και τα μεγάλα κενά που προκαλούνται από την πτώση του υδροφόρου ορίζοντα  λόγω της εξόρυξης λιγνίτη και των (αρδευτικών και άλλων) γεωτρήσεων.

Η ΔΕΗ έτσι κι αλλιώς είναι σε δεινή οικονομική κατάσταση. Ποιος θα πληρώσει, λοιπόν, τη ζημιά; Φαίνεται – από τις δηλώσεις του Υπουργού Ενέργειας κ Γ. Σταθάκη («η κυβέρνηση έχει διασφαλίσει τα κονδύλια…») – ότι το κόστος θα περάσει στους πολίτες μέσω κρατικής ενίσχυσης ή δέσμευσης χρημάτων από άλλες δράσεις ευρωπαϊκών προγραμμάτων ή και μέσω των λογαριασμών της ΔΕΗ. Άρα όλοι/ες μας θα πληρώσουμε, επιδοτώντας με πλάγιο τρόπο άλλη μια φορά τον λιγνίτη, για να συντηρείται ο μύθος του «φτηνού λιγνίτη».  Η επιχείρηση που ευθύνεται για το «ατύχημα» – η ΔΕΗ – δεν θα πληρώσει για τη ζημιά,  όπως θα έπρεπε να συμβαίνει κανονικά για κάθε ανάλογο βιομηχανικό ατύχημα (περί αυτού πρόκειται).

Είναι μια πάγια πρακτική εδώ και δεκαετίες, το κόστος της περιβαλλοντικής καταστροφής από την εξόρυξη και την καύση του λιγνίτη να μεταφέρεται στην κοινωνία.  Για παράδειγμα λόγω της καταστροφής των υπόγειων νερών εξαιτίας των εξορύξεων, το νερό στην Κοζάνη είναι ακριβότερο για τους δημότες (ο Δήμος Κοζάνης διεκδικεί από την ΔΕΗ 16.500.000 Ευρώ, εκτιμώντας ότι τόσο έχει κοστίσει στους δημότες μέχρι σήμερα η καταστροφή του υδροφόρου ορίζοντα) αλλά και για τους αγρότες.

 

Η καύση λιγνίτη για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας έχει επίσης αυξημένες επιπτώσεις στο περιβάλλον και στην υγεία των ανθρώπων, ιδιαίτερα στις γύρω από τα ορυχεία και τις λιγνιτικές μονάδες περιοχές. Οδυνηρές είναι οι επιπτώσεις στους κατοίκους των Αγίων Αναργύρων που αναγκάστηκαν τώρα να γίνουν πρόσφυγες, να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους, ενώ πολλά χρόνια είναι σε εκκρεμότητα το θέμα της μόνιμης μετεγκατάστασής τους σε άλλη περιοχή λόγω των ήδη γνωστών κινδύνων.

Παρά το γεγονός ότι η διοίκηση προσπαθεί να μεταθέσει τις ευθύνες σε κάποιους άλλους (όπως για παράδειγμα στους αρχαιολόγους), είναι γνωστό ότι οι κίνδυνοι είχαν επισημανθεί, ενώ είχαν διαπιστωθεί σοβαρές παραλείψεις στο ορυχείο. Τόσο η αντιπολίτευση όσο και οι περιφερειακές και τοπικές αρχές της ευρύτερης περιοχής σιωπούν, όμως, αν και το κόστος της καταστροφής είναι μεγάλο.

Η εξόρυξη λιγνίτη έχει οδηγήσει και στο παρελθόν σε μετεγκαταστάσεις ολόκληρων οικισμών, ενώ εκ των πραγμάτων θα συμβεί αυτό και για τους Αγ. Αναργύρους (θέμα που εκκρεμούσε εδώ και καιρό). Τις μετεγκαταστάσεις όμως αυτές δεν τις πληρώνει η ΔΕΗ αλλά το κράτος σε ένα μεγάλο ποσοστό (έμμεση κρατική ενίσχυση) ή οι Δήμοι μέσω της παρακράτησης μεγάλου ποσού από τον λεγόμενο «Τοπικό Πόρο» που καταβάλλει η ΔΕΗ στις τοπικές αρχές ως μια μικρή αποζημίωση για την ζημιά που προκαλεί. Η ΔΕΗ δεν αποζημιώνει χωριά και δεν καταβάλλει αποζημιώσεις μετεγκατάστασης αν δεν υπάρχει λιγνίτης κάτω από το χωριό, ακόμα και αν τα χωριά κινδυνεύουν άμεσα ή έμμεσα από τον λιγνίτη και απειλούνται λόγω της εξόρυξης και της καύσης τα σπίτια ή η ζωή των κατοίκων

Οι διάφοροι φορείς – κυβέρνηση, αντιπολίτευση, βουλευτές, συνδικαλιστές της ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ, διοίκηση – πετάνε το μπαλάκι ο ένας στον άλλο ή στην εξέδρα.  Η λύση βέβαια είναι η διαμόρφωση κι υλοποίηση μιας ολοκληρωμένης προσέγγισης και μιας στρατηγικής σταδιακής αλλά γρήγορης μετάβασης στην μετα-λιγνιτική εποχή, διασφαλίζοντας φυσικά την ομαλή και δίκαιη μετάβαση τόσο για τις τοπικές κοινωνίες όσο και για τους εργαζόμενους στα ορυχεία και στη ΔΕΗ.

crystal sphaire

Οι ΠΡΑΣΙΝΟΙ - ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ θεωρούμε ότι η υπογραφή του μνημονίου συνεργασίας μεταξύ ΔΕΗ και της κινέζικης CMEC για την κατασκευή και 2ης λιγνιτικής μονάδας στη Μελίτη Φλώρινας και την επέκταση στα Βαλκάνια είναι μια από τις πιο άστοχες επιλογές της κυβέρνησης όχι μόνο από περιβαλλοντική-κλιματική άποψη αλλά και από άποψη οικονομική. Ο πρωθυπουργός μιλούσε πριν λίγες μέρες για δίκαιη και βιώσιμη ανάπτυξη και τελικά αποκαλύπτει ότι εννοεί βρώμικη και άδικη ανάπτυξη αφού η επένδυση στον λιγνίτη και στα ορυκτά καύσιμα όχι μόνο πλήττει το κλίμα και το περιβάλλον αλλά και προκαλεί μεγάλες οικολογικές  και οικονομικές καταστροφές σε ολόκληρες περιοχές και πληθυσμούς λόγω της κλιματικής αλλαγής (πρόσφατες είναι αυτές στην Ηλεία, στην Πελοπόννησο και στη Β. Ελλάδα).

Από τις πιο προκλητικές πολιτικές επιλογές της σημερινής κυβέρνησης είναι αυτές που αφορούν το ενεργειακό. Υποτίθεται η κυβέρνηση δεσμεύεται από την Συμφωνία του Παρισιού για την σταδιακή έξοδο από τα ορυκτά καύσιμα. Στην πραγματικότητα, όμως, προωθεί την αύξηση της συμμετοχής του λιγνίτη και των ορυκτών καυσίμων στο ενεργειακό μείγμα της χώρας: προχωράει με δανεισμό στην κατασκευή της Πτολεμαΐδας 5, σε μια νέα λιγνιτική μονάδα, δανείζεται για νέες πετρελαϊκές μονάδες στα νησιά, υποστηρίζει μια διπλωματία των «ενεργειακών αγωγών»,  σχέδια εξόρυξης πετρελαίου και φυσικού αερίου, ενώ τώρα έρχεται η συμφωνία με τους Κινέζους για 2η νέα λιγνιτική μονάδα Μελίτη 2, στην περιοχή της Φλώρινας. Κι όχι μόνο αυτό, ΔΕΗ και κινέζοι τηςCMEC δημιουργούν εταιρία για να προωθήσουν από κοινού νέες λιγνιτικές μονάδες στα βαλκάνια.

Μετά από «συστηματική προετοιμασία» - όπως αποκάλυψαν οι κινέζοι υπήρχε μεταξύ της ΔΕΗ και της CMEC μια πολύμηνη συνεργασία, ειδικότερα για το project Μελίτη - υπεγράφη στις 14/9/2016 το μνημόνιο συνεργασίας μεταξύ της ΔΕΗ και της κινεζικής CMEC για την κατασκευή δεύτερης λιγνιτικής μονάδας στην περιοχή της Φλώρινας. 

Ο υπουργός Περιβάλλοντος και ΕνέργειαςΠάνος Σκουρλέτηςέδωσε το "παρών", μαζί με τους εκπροσώπους των δύο εταιρειών και τον Κινέζο πρέσβη Ζου-Ξιαολί. Μάλιστα αποκαλυπτικός ο υπουργός, δήλωσε:  «Η συνεργασία αυτή αποτελεί μέρος μιας νέας στρατηγικής για τη δημόσια εταιρεία ηλεκτρισμού, στρατηγικής συμπράξεων με αξιόπιστους εταίρους που μπορούν να δώσουν νέα δυναμική στον αντίποδα των επιλογών που ήθελαν τη ΔΕΗ συρρικνωμένη». Ο υπουργός αναφέρθηκε «με έμφαση στην προστασία του περιβάλλοντος σε συνδυασμό με την αδιατάρακτη πορεία της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας και τη σταθερότητα του συστήματος», ενώ χαρακτήρισε τη συμφωνία «ως πρώτο βήμα που μπορεί να επεκταθεί και σε άλλα πεδία». Ούτε ακροβάτης δεν θα τα κατάφερνε καλύτερα, να προσπαθεί να πείσει ότι η νέα μονάδα είναι προς όφελος του περιβάλλοντος: «Τώρα κάνουμε ένα βήμα προσαρμογής σε μια νέα πραγματικότητα ξεπερνώντας τις δυσκολίες το οποίο ανοίγει μια λαμπρή προοπτική για την αγορά ηλεκτρικής ενέργειας στη χώρα μας, για τη ΔΕΗ, αλλά και για τη συνεργασία των δυο χωρών μας. Ταυτόχρονα η δημιουργία μιας σύγχρονης μονάδας αποτελεί και μια κίνηση υπέρ του περιβάλλοντος. Διότι είναι αρκετοί οι οποίοι ασκούνε μια ίσως εν μέρει δικαιολογημένη κριτική, η οποία, όμως, δεν επιβεβαιώνεται από τα πράγματα σε σχέση με τη χρήση ενός εθνικού καυσίμου, όπως είναι ο λιγνίτης για την Ελλάδα.

Αυτή η νέα μονάδα θα είναι πιο αποδοτική και πιο φιλική στο περιβάλλον και αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό και πρέπει να στείλουμε αυτό το μήνυμα σε όλη την Ευρώπη, σε όλο τον κόσμο,ότι μπορούμε με ένα σύγχρονο τρόπο να αξιοποιούμε το λιγνίτη της χώρας μας. Βεβαίως γνωρίζετε ότι η Ελλάδα ως μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει μια συνολικότερη εθνική στρατηγική γύρω από την ενέργεια. Σε αυτή τη στρατηγική θέλουμενα συνδυάζουμε την αξιοποίηση των ορυκτών καυσίμων με τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, οι οποίες είναι το μέλλον, αλλά προφανώς με ένα τρόπο ο οποίος να εγγυάται την αδιατάρακτη πορεία της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, να εξασφαλίζει την ασφάλεια και τη σταθερότητα του συστήματος και να κινείται ακριβώς με μια περιβαλλοντική λογική».

Εξίσου αποκαλυπτικός ήταν ο πρόεδρος της ΔΕΗ Εμμανουήλ Παναγιωτάκης που «εξέφρασε την ελπίδα η μονάδα της Μελίτης να αποτελέσει την αρχή για τη στρατηγική συνεργασία των δύο πλευρών». Τόνισε ότι «η ΔΕΗ φιλοδοξεί να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στην αγορά ενέργειας των Βαλκανίων (χθες εγκρίθηκε από το ΔΣ η ίδρυση θυγατρικής εταιρείας στην Αλβανία) και στην κατεύθυνση αυτή η συνεργασία με την CMEC θα είναι καθοριστική».

Το μνημόνιο συνεργασίας που υπεγράφη ανοίγει το δρόμο ώστε να ξεκινήσουν οι συζητήσεις για τη δημιουργία μιας εταιρείας η οποία θα κατασκευάσει τη δεύτερη μονάδα στη Μελίτη Φλώρινας“με κόστος που θα καλυφθεί από την κινεζική εταιρεία, με τη ΔΕΗ να εισφέρει τα δικά της ορυχεία καθώς και τη μονάδα 1 που ήδη βρίσκεται σε λειτουργία”. Επίσης, στο σχήμα έχουν προσκληθεί να μετάσχουν οι ιδιωτικές εταιρείες που έχουν συμμετοχή σε άλλα ορυχεία της περιοχής και στην εκδήλωση παρέστησαν οι Δ. Κούτρας του Άκτωρα και Γ. Περιστέρης της ΓΕΚ-ΤΕΡΝΑ. Με αυτό τον τρόπο η κυβέρνηση «περνάει» και το θέμα της ιδιωτικοποίησης μέρους της ΔΕΗ, αν και δεν έχουν αποφασιστεί τα μερίδια, τα οποία θα προκύψουν με βάση την αποτίμηση των στοιχείων που θα εισφέρει στο κοινό σχήμα η κάθε πλευρά, η ΔΕΗ είναι ανοιχτή στο να έχει μειοψηφική συμμετοχή στο νέο σχήμα. Ο σχεδιασμός προβλέπει την κατασκευή μονάδας ισχύος450MW,κόστους750 εκατ. ευρώ, που μαζί με τις απαραίτητες εργασίες στα ορυχεία θα φτάσει το 1 δισ. ευρώ

Σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα η εταιρεία μπορεί να συσταθεί το 2017 ενώ η κατασκευή της μονάδας θα απαιτήσει τουλάχιστον 4-5 χρόνια, δηλαδή στην καλύτερη περίπτωση θα είναι έτοιμη το 2022-2023, όταν υποτίθεται θα πρέπει να κορυφώνεται η προσπάθεια εξόδου από τα ορυκτά καύσιμα που θα ολοκληρώνεται μέχρι το αργότερο το 2050. Αρα η μονάδα θα έχει στην "καλύτερη περίπτωση" 25-27 χρόνια ζωής.

Η ελληνική κυβέρνηση επιλέγει να στραφεί στο παρελθόν σε μια εποχή που σε πλανητικό επίπεδο γίνεται προσπάθεια να επιταχυνθεί η έξοδος από τα ορυκτά καύσιμα όχι μόνο για λόγους προστασίας του κλίματος και μείωσης των αυξανόμενων καταστροφών ως αποτέλεσμα της κλιματικής αλλαγής αλλά και για λόγους οικονομικούς.

Η Ελλάδα θα επενδύσει δις στον λιγνίτη και στα ορυκτά καύσιμα, αντί να επενδύσει - όπως γίνεται σε ολόκληρο τον πλανήτη –σε μια ταχέως αναπτυσσόμενη πράσινη οικονομία, στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και στην ενεργειακή αποδοτικότητα. Ακόμα και οι κινέζοι που στη χώρα τους κλείνουν τα ορυχεία κάρβουνου και επενδύουν γιγαντιαία ποσά στην πράσινη ενέργεια, έρχονται να συνεργαστούν με την Ελλάδα για την προώθηση νέων λιγνιτικών μονάδων.

Το σημερινό πολιτικό σύστημα αδυνατεί να στραφεί σε μια σύγχρονη οικονομική, κοινωνική και περιβαλλοντική πολιτική που θα οδηγήσει σε υπεύθυνες επενδύσεις και στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας που σχετίζονται με το μέλλον, τους πολίτες, την βιωσιμότητα. Μόλις πριν λίγες μέρες ο πρωθυπουργός από τη Θεσσαλονίκη μιλούσε για «δίκαιη και βιώσιμη ανάπτυξη», κι έρχεται αμέσως μετά να προωθήσει την πιο καταστροφική και ξεπερασμένη επένδυση στα ορυκτά καύσιμα, πριονίζοντας το κλαδί πάνω στο οποίο καθόμαστε όλοι. Η δε αντιπολίτευση, ιδιαίτερα η αξιωματική, όχι μόνο συμφωνεί αλλά και ζητάει παραχώρηση δωρεάν δικαιωμάτων εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου από τις λιγνιτικές μονάδες την ίδια στιγμή που υποτίθεται μιλάει για την ανάγκη προστασίας του κλίματος. Τόσο άσχετοι…

lignitis-456x300
Η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής να γίνει ευκαιρία και όχι απειλή για την Δυτική Μακεδονία- Η απόφαση συμφωνίας στο Παρίσι δείχνει τον δρόμο, άρθρο του Δημάρχου Κοζάνης Λευτέρη Ιωαννίδη στην ιστοσελίδα του Δήμου (16/12/2015).
Ο Λευτέρης Ιωαννίδης είναι και πρόεδρος του Δικτύου Ελληνικών Πράσινων Πόλεων.
 
lefteris
 
"Το σύνολο των χωρών του πλανήτη κατέληξαν σε συμφωνία στο Παρίσι, στην παγκόσμια συνδιάσκεψη του ΟΗΕ για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και έβαλαν ως στόχο τoν περιορισμό της αύξησης της θερμοκρασίας του πλανήτη τους 1.5 οC μέχρι το 2100. Παρόλο που η συζήτηση για την κλιματική αλλαγή στην χώρα και την περιοχή μας περνά στα ψιλά ή αρκείται σε συνθήματα, η Συμφωνία αποτελεί ορόσημο και διαμορφώνει πλέον μια εντελώς νέα πραγματικότητα γύρω από το πώς θα παράγουμε και θα καταναλώνουμε ενέργεια σε όλη την Ευρώπη και τον κόσμο. 
 
Εκτός όμως των όσων συνέβησαν στο Παρίσι, ήδη οι εξελίξεις γύρω από τα ενεργειακά θέματα ήταν ραγδαίες εδώ και πολλά χρόνια. Η κλιματική αλλαγή,  αλλά και οι νέες τεχνολογικές εξελίξεις, κυρίως στον τομέα των ΑΠΕ και της αποθήκευσης ενέργειας, αλλάζουν το τοπίο εντελώς και οι βεβαιότητες του παρελθόντος πλέον καθίστανται ανεπίκαιρες και ανεδαφικές. 
 
Η Δυτική Μακεδονία, λόγω της μεγάλης εξάρτησης από την λιγνιτική δραστηριότητα επηρεάζεται βαθιά και άμεσα από αυτή την κοσμογονική αλλαγή. Ήδη έχουν αλλάξει πάρα πολλά σε σχέση με το παρελθόν. Αξίζει να θυμηθεί κανείς τα συνθήματα και τις «κόκκινες γραμμές» των τοπικών φορέων και αρχών ότι «δεν θα σβήσει ούτε 1 MW από την περιοχή» πριν λίγα χρόνια, σύνθημα που ανατρέπεται σήμερα, αφού η ισχύς μειώνεται έως και 3000 ΜW στο ΛΚΔΜ σε βάθος δεκαετίας, χωρίς να έχουν δρομολογηθεί σοβαρές εναλλακτικές λύσεις. Στον αντίποδα, η ΔΕΗ σχεδιάζει να υλοποιήσει τη νέα μονάδα Πτολεμαΐδα 5, με αβέβαιες προοπτικές βιωσιμότητας, εφόσον η τιμή δικαιωμάτων εκπομπής CO2 πλησιάσει τις δυσοίωνες προβλέψεις για 30€/t CO2.
 
Συχνά οι πολιτικές για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής παρουσιάζονταν ως απειλή για την βιωσιμότητα της περιοχής και αυτό χρησιμοποιούνταν ενίοτε ως άλλοθι  για να συνεχίσουμε το λιγνιτικό μονόδρομο, παρά το ότι γύρω μας όλα αλλάζουν, παρά το ότι το κάρβουνο εδώ και είκοσι χρόνια βρίσκεται στο μάτι του κυκλώνα.
 
Από την άλλη, ακόμα και χώρες που βασίζουν την οικονομία τους στο κάρβουνο και τα ορυκτά καύσιμα, και μέχρι πριν λίγα χρόνια αρνούνταν να συνταχθούν στον αγώνα για την προστασία του κλίματος, μπαίνουν ουσιαστικά στο παιχνίδι (Καναδάς, Η.Π.Α., Κίνα, Ινδία κ.λπ.), αναγνωρίζοντας πως η προσαρμογή σε οικονομία χαμηλού άνθρακα έχει περιβαλλοντικά, κοινωνικά και οικονομικά οφέλη. Αξίζει να αναφέρουμε πως το κόστος της κλιματικής αλλαγής στη χώρα μας εκτιμάται πως θα ξεπεράσει τα 700 δις μέχρι το 2100 σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη της Τράπεζας της Ελλάδος, ενώ στην ίδια μελέτη η πιο ευάλωτη Περιφέρεια είναι η Δυτική Μακεδονία. 
 
Είναι φανερό, λοιπόν, ότι πρέπει να ξεπεράσουμε τα στερεότυπα και τις αγκυλώσεις του παρελθόντος, και να δούμε την κλιματική αλλαγή, όχι ως απειλή, αλλά σαν ευκαιρία για την περιοχή. Μια ευκαιρία για έναν βιώσιμο οικολογικό παραγωγικό μετασχηματισμό. Διαφορετικά, η πρόσκρουση στην πραγματικότητα θα είναι οδυνηρή. 
 
Οι τοπικοί φορείς, σε συνεργασία με τη ΔΕΗ και το κράτος, οφείλουμε να προσαρμοστούμε στην παγκόσμια στροφή προς ένα μοντέλο καθαρής ενέργειας. Ο αναπροσανατολισμός  σε μια οικονομία χαμηλών εκπομπών CO2 πρέπει να περνά από την Δυτική Μακεδονία. Παράλληλα με την αντιμετώπιση των συνεπειών της εξόρυξης και την αποκατάσταση των κατεστραμμένων εδαφών, το ενεργειακό λεκανοπέδιο θα πρέπει να εκμεταλλευτεί τις ευκαιρίες στις ΑΠΕ (κυρίως την κατασκευή εξοπλισμού), αναπτύσσοντας παράλληλα κι άλλους κλάδους, όπως οι νέες τεχνολογίες, ο πρωτογενής τομέας, η ήπια μεταποίηση, ο τουρισμός ή ο πολιτισμός. 
 
Οφείλουμε άμεσα να συζητήσουμε γύρω από το ζήτημα αυτό, να χαράξουμε συγκεκριμένη στρατηγική, να εκπονήσουμε σχέδιο, να αναζητήσουμε πόρους για χρηματοδότηση. Παράλληλα, μπορούμε να πάρουμε ιδέες από αντίστοιχες περιπτώσεις στην Ευρώπη που αντιμετώπισαν και αντιμετωπίζουν αντίστοιχες προκλήσεις. 
 
Πριν από μερικούς μήνες, με κλιμάκιο εκπροσώπων φορέων, επισκεφθήκαμε τον Δήμο ZEITZ στην Γερμανία, όπου η μετάβαση στη μεταλιγντική εποχή είναι ήδη σε εξέλιξη και οι επενδύσεις σε καθαρές μορφές ενέργειας, παράλληλα με την αποκατάσταση του περιβάλλοντος, είναι μεγάλες. Επίσης, πρόσφατα είχα την ευκαιρία να συνομιλήσω με τον Δήμαρχο Francoi Caron από τον Δήμο Loos En Gohelle της Γαλλίας, ο οποίος εδώ και 20 χρόνια εφαρμόζει ένα πρωτοπόρο σύστημα μετάβασης στη βιώσιμη ανάπτυξη. Αξίζει να σημειωθεί πως η περιοχή, αξιοποιώντας το λιγνιτικό της παρελθόν, έχει ενταχθεί στα μνημεία παγκόσμιας κληρονομιάς της Ουνέσκο. Η περίπτωση του Δήμου Loos En Gohelle θεωρείται υπόδειγμα σε ευρωπαϊκό επίπεδο. 
 
Το επόμενο διάστημα, ο Δήμος Κοζάνης, σε συνεργασία και με άλλους τοπικούς φορείς, θα επιδιώξει να ανοίξει το διάλογο σχετικά με το μέλλον της περιοχής και την ανάγκη μετάβασης σε ένα εναλλακτικό παραγωγικό και κοινωνικό μοντέλο καταθέτοντας τις δικές του προτάσεις.
 
Θεωρούμε πως σε αυτόν τον διάλογο θα πρέπει να συμμετέχουν όλοι καταθέτοντας τις προτάσεις και τις ιδέες τους για να οικοδομήσουμε μαζί το κοινό μας μέλλον. 
 
Λευτέρης Ιωαννίδης
Δήμαρχος Κοζάνης