Δεν καταλαβαίνω γιατί πρέπει η σύντροφος του Πρωθυπουργού να δώσει συνέντευξη για να μας πει ότι “ο Αλέξης Τσίπρας δεν πρόδωσε, δεν εξαπάτησε, δεν είπε ψέματα». Αλλά τέλος πάντων, αυτό είναι ένα θέμα που αφορά την ίδια αν θα έπρεπε να εκτεθεί με αυτόν τον τρόπο. Υπήρχε περίπτωση οποιαδήποτε σύζυγος ή σύντροφος πρωθυπουργού να έλεγε “Ναι φυσικά ο σύντροφος μου σας κορόιδεψε, είπε ψέματα, είχε αυταπάτες”;
 
Αυτό που θεωρώ, όμως, ιδιαίτερα επικίνδυνο και μας αφορά όλους/ες, ότι είναι αυτό που αναδύεται από την συνέντευξη κι έρχεται να προστεθεί σε πολλά άλλα παρόμοια “μηνύματα”: η όλο και πιο έντονη καθεστωτική αντίληψη επιβολής ΚΟΜΜΑΤΙΚΟΥ ελέγχου πάνω στα πάντα, ενημέρωση, διοίκηση, εκδρομές σχολείων, οικονομικοί παράγοντες, κοινωνικοί φορείς.
 
Το πρόβλημα με τους προηγούμενους ήταν ότι, πέρα από πολιτικές διαφωνίες μαζί τους – που σε μια δημοκρατία είναι υγιές να υπάρχει αντιπαράθεση πολιτικών προγραμμάτων -, δημιούργησαν ένα πελατειακό κράτος που γέννησε και διαφθορά. Στο όνομα, λοιπόν, της αντιμετώπισης της διαφθοράς των προηγούμενων – που δεν έχει εξαλειφθεί πάντως στο ελάχιστο – η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ- υπολειμμάτων Οικολόγων Πράσινων δημιουργεί το δικό της πελατειακό κράτος, το δικό της ελεγχόμενο σύστημα εξουσίας, περιλαμβάνοντας κάποια από τα παλιότερα “τζάκια” αλλά και κάποια νέα που συνδέονται με “ισχυρούς άνδρες” που έχουν, τουλάχιστον περίεργο, “βιογραφικό”.
 
Αλλά το χειρότερο είναι ότι προχωράει, δυστυχώς, ένα βήμα πιο πέρα. Είναι αυτό που αποτυπώνεται σε μια σταλινικού τύπου αντίληψη της αριστεράς – που συμπίπτει απολύτως με αυτήν του Τραμπ σήμερα – όπως το ομολογεί η σύντροφος του πρωθυπουργού: «ο ΣΥΡΙΖΑ πήρε την Κυβέρνηση, αλλά δεν πήρε την εξουσία» και συμπληρώνει «γιατί εξουσία δεν είναι ο υπουργός αλλά ο μηχανισμός. Υπάρχουν άνθρωποι σε θέσεις-κλειδιά που εξυπηρετούν το παλιό διεφθαρμένο σύστημα. Και περιμένω την κάθαρση». Άρα, να ελέγξουμε τον μηχανισμό με τους δικούς μας ανθρώπους, όπως άνετα μεταφράζεται αυτό.
 
Αντί λοιπόν να ανοίξει η συζήτηση για το πώς η λειψή δημοκρατία μας θα γίνει πιο περιεκτική, πιο συμμετοχική, αλλά και πώς θα υπάρξει απο-κομματικοποίηση του κράτους, διαφάνεια στη λήψη αποφάσεων, ενδυνάμωση του συμμετοχικού σχεδιασμού bottom – up, η κυβερνητική αντίληψη (σε όλες τις εκφάνσεις της) είναι ο “απόλυτος έλεγχος του κράτους και του μηχανισμού” γιατί εμείς αγωνιζόμαστε για το “καλό του λαού“!
 
Πόσο πίσω έχουμε πάει…Όλες αυτές οι θεωρητικές αναζητήσεις και οι συζητήσεις στην ανανεωτική αριστερά πετάχθηκαν στα σκουπίδια από το κόμμα που υποτίθεται προήλθε από τα σπλάχνα της. Το πιο άσχημο είναι ότι παρόμοιες αντιλήψεις έχουν ευρύτερη απήχηση στην αριστερά (αλλά και στην δεξιά): πιστεύουν ότι κατέχουν την απόλυτη αλήθεια και το μόνο πρόβλημά τους είναι το πώς θα ελέγξουν τον μηχανισμό πλήρως για το “καλό του λαού”!
 
Είναι για λύπηση ότι το κομμάτι που απόμεινε από τον οικολογικό χώρο στους Οικολόγους Πράσινους δεν βγήκε στα κάγκελα, ασκώντας κριτική σε παρόμοιες αντιλήψεις. Αντιθέτως, συνηθίζει σταδιακά, αφομοιώνεται κι αυτό σε παρόμοια καθεστωτική αντίληψη – όποιος έχει δει τον Γ. Τσιρώνη στα ΜΜΕ διαπιστώνει ότι έχει γίνει πιο “βασιλικός και από τον βασιλιά”, βίαιος στο λόγο του κι απαξιωτικός απέναντι στους συνομιλητές του, ποδοπατώντας την ιστορία του πράσινου κινήματος που γεννήθηκε τον Μάη του 68 όχι μόνο αντιδρώντας στα πυρηνικά, την καταστροφή του περιβάλλοντος, την πυρηνική ενέργεια αλλά κι ασκώντας κριτική ενάντια στις απολυταρχικές αντιλήψεις δεξιάς ΚΑΙ αριστεράς για την δημοκρατία.
 
Όπως έδειξε και η εμπειρία του “ανύπαρκτου σοσιαλισμού”, οι τελεολογικές αντιλήψεις και η απόλυτη αλήθεια οδηγούν σε αυταρχικά καθεστώτα ακόμα και σε τερατώδη εγκλήματα στο όνομα των “υψηλών ιδανικών” όταν αυτά επιδιώκεται να “επιβληθούν” και όχι να υιοθετηθούν μέσα από μια δημοκρατική εξέλιξη. Φυσικά στο τέλος το καθεστώς που δημιουργείται δεν έχει καμία σχέση με τις “αξίες” που επικαλείται. Διαβάζοντας την συνέντευξη της κ. Μπαζιάκα ανατρίχιασα. Στο όνομα αφηρημένων εννοιών και “αξιών” χτίζεται μια καθεστωτική αντίληψη που βασίζεται ακριβώς στην δαιμονοποίηση της διαφορετικής αλλά υπαρκτής πολιτικής. Προφανώς στην πολιτική υπάρχουν και πρέπει να υπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις, αλλά είναι πλέον εγκληματικό να βιώνουμε ακόμα και σήμερα το εμφυλιο-πολεμικό κλίμα της δεκαετίας του ’40. Στο κυβερνητικό στρατόπεδο κυριαρχεί αυτό το πνεύμα: εμείς είμαστε οι σωτήρες, ξέρουμε καλύτερα από όλους, είμαστε περήφανοι, και οδηγούν σε “σύγκρουση ανάμεσα στο απόλυτο καλό και στο απόλυτο κακό”. Αλλά και ένα μέρος της αντιπολίτευσης έχει υιοθετήσει αυτή την στρατηγική, γιατί θεωρούν ότι θα τους φέρει πιο γρήγορα στην πολυπόθητη καρέκλα της εξουσίας.
 
Η πλήρης απουσία της πολιτικής και η κυριαρχία του θρησκευτικού τύπου απολυταρχισμού (από εδώ ο Παράδεισος, από εκεί η Κόλαση) ανιχνεύεται εύκολα μέσα στα λεγόμενα:
 
– Οι άλλοι κάνουν “προπαγάνδα” (φυσικά), (αλλά μόνο) εμείς κατέχουμε την “αλήθεια”.
 
– Οι άλλοι “είχαν χρεωθεί για πάντα την αναξιοπρέπεια της υποταγής τους”, όμως εμείς “κάναμε συμβιβασμό, όχι όμως ταπεινωτικό” “Συμβιβάστηκες για να υπάρχει η χώρα σου”
 
– Οι δανειστές συμπεριφέρονταν “σαν μια τιμωρητική, φασιστική μπότα που προσπαθούσε να σου λιώσει το κεφάλι, να σε πατήσει κάτω επειδή τόλμησες να ξεστομίσεις “δεν αντέχω άλλο”… Λες και δεν είχες δικαίωμα να αντιστέκεσαι”. Αλλά, τότε πώς το “This is a coup” και “Κάθε επέτειο του δημοψηφίσματος κλαίω από νεύρα” συνυπάρχει με την “αλλαγή στάσης” των “φασιστών” απέναντι στον Αλέξη που τον εκθειάζουν σήμερα;
 
– “Εκείνον (ΣΣ δηλαδή τον “λαό”) σκέφτηκε, για εκείνον έχασε χρόνο, για εκείνον αναγκάστηκε να δεχτεί μια συμφωνία που δεν την ήθελε έτσι” (τι μου θυμίζει, τι μου θυμίζει!!!)
 
Είναι αλήθεια ότι ένα μεγάλο τμήμα του πράσινου κινήματος έβλεπε με συμπάθεια την συνεργασία με την αριστερά, αλλά με μια αριστερά που θα είχε μάθει από τα κινήματα κοινωνικής κριτικής, τα οικολογικά κι αντιαυταρχικά κινήματα. Μια αριστερά που θα αντιλαμβάνονταν ότι η απόλυτη αλήθεια και τα αυταρχικά συστήματα εξουσίας ήταν πίσω από τα μεγαλύτερα εγκλήματα που έγιναν στο όνομα της κοινωνικής δικαιοσύνης, της ισότητας, του σοσιαλισμού.
 
Δυστυχώς, αυτό που βλέπουμε σήμερα είναι μια “αριστερά στην εξουσία” (αλλά και πέρα από αυτήν) που έχει γεράσει ήδη, που χτίζει πάνω στο αξιακό σύστημα του παρελθόντος, που μισεί ότι δεν ελέγχει, που δεν αντέχει την όποια διαφορετική άποψη. Και αυτή η αριστερά προσελκύει από τους οικολόγους αυτούς που είναι έτοιμοι να πιάσουν μια θέση στην καρέκλα του μηχανισμού, χωρίς να νοιάζονται κατ΄ελάχιστον για το περιεχόμενο της πολιτικής που ασκείται αλλά και για το ύφος της εξουσίας. Ναι, οι πράσινοι δεν αρνούνται να συμμετάσχουν και στην διαχείριση της εξουσίας, δεν θα ήταν κακό αν οι Οικολόγοι Πράσινοι συμμετείχαν σε μια κυβέρνηση με τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά αυτό θα έχει νόημα αν δεν παραβίαζε τις βασικές αξίες των πράσινων: πολύχρωμη δημοκρατία σε όλα τα επίπεδα, σύνθεση απόψεων, πολιτισμός στην πολιτική, επιχειρήματα, σεβασμός στην διαφορετικότητα, διάχυση της εξουσίας ώστε να ενισχύεται η συμμετοχή των πολλών στην διαμόρφωση και λήψη των αποφάσεων, απέχθεια στην θρησκευτικού τύπου απόλυτη αλήθεια. Τι σχέση έχει το σημερινό σύστημα εξουσίας με αυτές τις αξίες; 
 
Αντί να ανοίξει μια ουσιαστική συζήτηση για την ανανέωση της δημοκρατίας και την ενδυνάμωση της κριτικής σκέψης μετά την “αλλαγή” του 2015, ουσιαστικά το σημερινό σύστημα εξουσίας υπόσχεται μια μίζερη κι ελεγχόμενη δημοκρατία και μια καθεστωτική αντίληψη.
 
Ίσως και να μας αξίζει η επιστροφή προς τα πίσω, διότι λίγοι πλέον αντιλαμβάνονται ότι η πολιτική μπορεί να είναι και διαφορετική αλλά δεν θα είναι διαφορετική αν δεν συμμετάσχουν κι αυτοί/ες ενεργά, ότι η δημοκρατία και η διαφορετική άποψη είναι πλούτος, ότι οι κοινωνίες προχωράνε όχι μέσα από την μονοδιάστατη σκέψη αλλά μέσα από τον πολιτικό διάλογο, την πολιτισμένη πολιτική αντιπαράθεση αλλά και την σύνθεση.

H Ευρωπαϊκή Επιτροπή έλαβε μια απόφαση που αναμένονταν εδώ και πολύ καιρό και ήταν απαίτηση και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, δηλαδή την εφαρμογή εναντίον της Πολωνίας των διαδικασιών που προβλέπει το Άρθρου 7 (1) της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Με 13 νόμους μέσα σε 2 χρόνια η κυβέρνηση του PiS στην Πολωνία προσπαθεί να θέσει υπό τον πλήρη έλεγχο της ολόκληρο το δικαστικό σύστημα, παραβιάζοντας την αρχή του διαχωρισμού των εξουσιών και της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή όφειλε ως φύλακας των Συνθηκών να κινήσει την διαδικασία και να προχωρήσει σε βήματα που θα συμβάλλουν στη προστασία του δικαίου (Rule of Law) στην Πολωνία. Είχαν ήδη προηγηθεί 3 προειδοποιήσεις (Recommendations 27 Ιουλίου 2016, 21 Δεκεμβρίου 2016 και 27 Ιουλίου 2017). Η απόφαση της Κομισιόν πρέπει να συγκεντρώσει πλειοψηφία 22 χωρών στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο (κυβερνήσεις) για να τεθεί σε πλήρη ισχύ.

Οι ΠΡΑΣΙΝΟΙ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ θεωρούμε ότι σωστά η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κίνησε αυτή την διαδικασία που δεν στρέφεται εναντίον του πολωνέζικου λαού, αλλά αντιθέτως, έρχεται να στηρίξει τις κινητοποιήσεις των πολιτών που διαμαρτύρονται για τις προσπάθειες του κυβερνώντος κόμματος να υποβαθμίσει την δημοκρατία και την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης.

 

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο παρακολουθούσε στενά τις εξελίξεις στην Πολωνία εδώ και χρόνια και είχε ψηφίσει ένα σύνολο αναφορών για τις παραβιάσεις του ευρωπαϊκού πλαισίου δημοκρατικών αρχών καιδικαίου από την κυβέρνηση του PiS Κόμμα του Νόμου και Δικαιοσύνης – Law and Justice Party!). Σε πρόσφατη απόφασή του, τον Νοέμβριο 2017, το Ευρωκοινοβούλιο με πλειοψηφία 2/3 (438 ψήφους υπέρ, 152 κατά) είχε ζητήσει την ενεργοποίηση του άρθρου 7 κατά της κυβέρνησης της Πολωνίας ώστε να μην διαλύσει την δημοκρατία στη χώρα, κυρώσεις βεβαίως που δεν θα έπλητταν τους πολίτες και θα επανέφεραν το κυβερνώνκόμμα PiS στις υποχρεώσεις που έχει να τηρεί το δίκαιο της ευρωπαϊκής οικογένειας αλλά και το διεθνές δίκαιο. Οι ευρωπαϊκές αρχές και τα δικαιώματα, όπως αποτυπώνονται στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν μπορεί να είναι διαπραγματεύσιμα. 

Να υπενθυμίζουμε ότι χιλιάδες πολίτες κινητοποιούνται και διαδηλώνουν στους δρόμους των πόλεων της Πολωνίας ενάντια σε πολιτικές περιορισμού των βασικών δικαιωμάτων, των δικαιωμάτων των γυναικών αλλά και εναντίον της προσπάθειας περιορισμού της ανεξαρτησίας της δικαστικής εξουσίαςΑυτά τα θέματα δεν μπορεί να είναι αποκλειστική υπόθεση ενός Κράτους Μέλους αλλά αφορούν το σύνολο της ΕΕ αν θέλουμε η Ευρώπη να είναι ένας χώρος αξιών και αρχών και όχι απλώς μια ένωση οικονομικών ενδιαφερόντων και συμφερόντων.

Η κυβέρνηση της Πολωνίας αρνείται επίσης να εφαρμόσει την απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ECJ) που ζήτησε να σταματήσει την καταστροφή του προστατευόμενου δάσους Białowieża που είναι ένα από τα πιο αρχέγονα δάση της Ευρώπης και ορισμένα δέντρα έχουν ζήσει πάνω από 500 χρόνια. Τώρα 180.000 δέντρα κόβονται παράνομα από την κυβέρνηση της Πολωνίας αυτή τη χρονιά. Το Δικαστήριο έχει ζητήσει από την κυβέρνηση να σταματήσει αμέσως την καταστροφή του δάσους αλλά δεν έχει συμμορφωθεί μέχρι τώρα σε αυτή την απόφαση.

Η διαδικασία ενεργοποίησης του Άρθρου 7 (1) είναι μεν μια επώδυνη διαδικασία γιατί δείχνει ότι μια κυβέρνηση (της Πολωνίας) δεν σέβεται βασικές αρχές κι αξίες της ένωσης στην οποία συμμετέχει, αλλά ταυτοχρόνως υπενθυμίζει ότι η ΕΕ έχει εργαλεία – αν θέλει να τα χρησιμοποιήσει – για να προστατέψει την δημοκρατία και το δίκαιο.

Οι ΠΡΑΣΙΝΟΙ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ζητάμε να δημιουργηθεί ένας μηχανισμός μόνιμης επιτήρησης της πολιτικής λειτουργίας και σεβασμού της δημοκρατίας από όλα τα Κράτη Μέλη, όπως εξάλλου ζήτησε με σχετικό ψήφισμα του και το Ευρωκοινοβούλιο ήδη από το 2016.

Μετά από μια προεκλογική καμπάνια που χαρακτηρίστηκε από ανισοτιμία και αποκλεισμό της άποψης του «Όχι» από τα ΜΜΕ, εκφοβισμό όσων υποστήριζαν μια δημοκρατική προοπτική για την Τουρκία, συλλήψεις και παρεμπόδιση εκπροσώπων της αντιπολίτευσης να παρακολουθήσουν τις διαδικασίες και την καταμέτρηση σε πολλά εκλογικά κέντρα, ανακοινώθηκαν από την κυβερνητική πλευρά τα αποτελέσματα του «δημοψηφίσματος για τις συνταγματικές αλλαγές» που δείχνουν επικράτηση του «Ναι» με μικρή διαφορά.

 

Καταγγελίες για παρατυπίες και παρεμπόδιση εκλογικού δικαιώματος μέχρι αλλοίωση του αποτελέσματος και νοθεία

Χαρακτηριστική είναι η έκθεση των διεθνών παρατηρητών υπό τον Οργανισμό Ασφάλειας και Συνεργασίας στην Ευρώπη (OΑΣΕ/OSCE) που διαπιστώνει: «Η έλλειψη ίσων ευκαιριών, η μονόπλευρη ενημέρωση από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και οι περιορισμοί στις θεμελιώδεις ελευθερίες δημιούργησαν άνισους όρους ανταγωνισμού στο συνταγματικό δημοψήφισμα της Τουρκίας». Ο Cezar Florin Preda, επικεφαλής της αντιπροσωπείας της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης δήλωσε «Σε γενικές γραμμές, το δημοψήφισμα δεν συνάδει με τα πρότυπα του Συμβουλίου της Ευρώπης. Το νομικό πλαίσιο ήταν ανεπαρκές για την τήρηση μιας πραγματικά δημοκρατικής διαδικασίας».

Το HDP, το τρίτο σε δύναμη κόμμα του Τουρκικού Κοινοβουλίου (ο συμπρόεδρος του κρατείται στις φυλακές και παραπέμπεται σε δίκη, ενώ και άλλοι 11 βουλευτές του κρατούνται από τις τουρκικές δυνάμεις ασφαλείας με βάση τον πρόσφατο «αντιτρομοκρατικό νόμο») κατήγγειλε ότι 150 εκπρόσωποι του συνελήφθησαν τις 2 τελευταίες ώστε να μην μπορούσαν να συμμετάσχουν στον έλεγχο της εκλογικής διαδικασίας. Ανεξάρτητα ΜΜΕ κατήγγειλαν ότι 59 άτομα συνελήφθησαν γιατί φωτογράφιζαν ψηφοδέλτια, την στιγμή που στα σόσιαλ μίντια παρουσιάζονταν καταγγελίες για νοθεία.   

 

Το HDP θεωρεί ότι έγινε αλλοίωση των αποτελεσμάτων (manipulation) της τάξης του 3-4% στο #Turkeyreferendum. Τα δύο σημαντικότερα κόμματα της αντιπολίτευσης, το σοσιαλδημοκρατικό CHP και το HDP, έχουν αναγγείλει ήδη προσφυγή στα δικαστήρια για πολλές παρατυπίες και θα ζητήσουν εκ νέου καταμέτρηση σημαντικού ποσοστού των ψήφων. Η αντιπολίτευση επικρίνει, επίσης, την απόφαση της εκλογικής επιτροπής – και ενώ διεξάγονταν η ψηφοφορία - να γίνονται δεκτά ως έγκυρα ψηφοδέλτια που δεν φέρουν την σφραγίδα της εφορευτικής επιτροπής - υπολογίζεται ότι αυτά ξεπερνάνε το 1.500.000 (2,6% των ψήφων).

Η Τουρκία μετά το "δημοψήφισμα"

Το αποτέλεσμα του «δημοψηφίσματος» είναι ένα καταστροφικό πλήγμα για την δημοκρατία στην Τουρκία, αλλά η μικρή διαφορά με την οποία φαίνεται να επικρατεί το «Ναι» – παρά το όργιο μεθοδεύσεων και πιθανώς νοθείας - δείχνει ότι ο «σουλτάνος» έχει υποστεί σημαντικό πλήγμα και οι δημοκρατικές δυνάμεις στην Τουρκία έχουν γερές ρίζες πλέον, δεν κάμπτονται παρά τον εκφοβισμό, τον φόβο, τον ασφυκτικό έλεγχο στην ελευθερία του τύπου και τις διώξεις όσων έχουν διαφορετική άποψη.

Μερικά σημαντικά σημεία που πρέπει να λάβουμε υπόψη, όπως προκύπτουν από το δημοψήφισμα για την ενίσχυση των εξουσιών του Ερντογάν:

  • Η Τουρκία είναι, με ευθύνη του Ερντογάν, μια βαθιά διχασμένη χώρα, κι αυτό φάνηκε όχι μόνο στη διάρκεια της «προεκλογικής» εκστρατείας με τους οπαδούς του Όχι να μην έχουν πρόσβαση στα περισσότερα ΜΜΕ αλλά και με βάση τα εκλογικά αποτελέσματα
  • Οι μεγάλες πόλεις, τα οικονομικά κέντρα, τα παράλια, οι κουρδικές περιοχές, οι νέοι και οι γυναίκες ψήφισαν κατά πλειοψηφία υπέρ του Όχι
  • Την νίκη στον Ερντογάν φαίνεται ότι έδωσαν τα ψηφοδέλτια που εστάλησαν από Τούρκους που ζουν σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Ολλανδία, η Γερμανία, η Γαλλία, το Βέλγιο και η Αυστρία, όπου τα ποσοστά υπέρ του «Ναι» φαίνεται να ξεπερνάνε το 60%, σε αντίθεση με άλλες χώρες, όπως η Βρετανία, η Ιταλία και η Ισπανία, όπου τα ποσοστά υπέρ του «ναι» είναι κάτω από το 30%.
  • Τα δύο μεγαλύτερα κόμματα της αντιπολίτευσης, το σοσιαλδημοκρατικό και το HDP αμφισβητούν το αποτέλεσμα, και ετοιμάζονται να προσφύγουν στη δικαιοσύνη.
  • Στις περιοχές των τουρκοκυπρίων, κυριάρχησε το Όχι, όπως επίσης και μεταξύ όσων έλαβαν μέρος στην εκλογική διαδικασία από την Ελλάδα.

Οι επιπτώσεις του δημοψηφίσματος και των αποτελεσμάτων στην Τουρκία

Εδώ και καιρό είναι φανερό ότι ο Ερντογάν επιδιώκει να επιβάλλει με κάθε τρόπο ένα αυταρχικό και προσωποπαγές καθεστώς, οδηγώντας την Τουρκική κοινωνία σε βαθύ διχασμό και πόλωση. Αξιοποιώντας την απόπειρα πραξικοπήματος, απέλυσε πάνω από 100.000 δικαστικούς, δημοσίους υπαλλήλους, καθηγητές, στρατιωτικούς, ενώ χιλιάδες πολίτες κρατούνται, χωρίς κατηγορία συνήθως, περιμένοντας να απαγγελθεί κάποια κατηγορία ή να οριστεί δίκη. Πολλοί δημοσιογράφοι εκδιώχθηκαν ενώ εφημερίδες και άλλα ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης κατελήφθησαν από την αστυνομία και ελέγχονται σήμερα από το καθεστώς. Το «δημοψήφισμα» ενέτεινε τον απόλυτο έλεγχο. Παρά όμως το καθεστώς ελέγχου, το 50% περίπου του πληθυσμού που ψήφισε υποστήριξη το Όχι και την δημοκρατική προοπτική για την Τουρκία.

Οι σχέσεις ΕΕ και Τουρκίας

Δεν μπορούμε παρά να θαυμάσουμε το θάρρος τόσο πολλών ανδρών και γυναικών που τολμούν να υπερασπίζονται την δημοκρατία στην Τουρκία κάτω από εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες. Και γι’ αυτό πρέπει να σταθούμε στο πλευρό των δημοκρατικών δυνάμεων στην Τουρκία, να ζητήσουμε από την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να ασκήσουν την μεγαλύτερη δυνατή πίεση, ώστε να επανέλθει η Τουρκία στο δρόμο του εκδημοκρατισμού. Παρά τα όσα γίνονται τα τελευταία χρόνια και ιδιαίτερα μετά το «δημοψήφισμα», δεν πρέπει η ΕΕ να γυρίσει την πλάτη της στην Τουρκία και να αφήσει τους δημοκρατικούς πολίτες της μόνους.

Η ΕΕ δεν πρέπει, όμως, να συνεχίσει να εξαρτά την προσφυγική της πολιτική από την Συμφωνία των Κρατών Μελών με την Τουρκία, αλλά αντιθέτως να αναπτύξει μια ισχυρή και αποτελεσματική κοινή πολιτική επιμερισμού υπευθυνότητας και ευθύνης για τους πρόσφυγες με συμμετοχή όλων των Κρατών Μελών  (ιδιαίτερα όσο αφορά τους πρόσφυγες από Συρία, Αφγανιστάν, Ιράκ, Λιβύη, Σομαλία, Ερυθραία, Νιγηρία κα). Η ΕΕ στις σχέσεις της με την Τουρκία πρέπει να δεσμεύεται σταθερά από τις δημοκρατικές αρχές, την ελευθερία και τα ανθρώπινα δικαιώματα και να μην προχωρήσει σε άνοιγμα κεφαλαίων προ-ενταξιακής διαδικασίας ή οικονομικές και τελωνειακές συμφωνίες εφόσον παραμένει η σημερινή αντιδημοκρατική κατάσταση. Ισχυρή πίεση πρέπει να ασκηθεί και από το Συμβούλιο της Ευρώπης, αφού η Τουρκία είναι μέλος του.

Μόνο απαλλαγμένη από τους εκβιασμούς του Ερντογάν, η ΕΕ θα μπορέσει να πιέσει για την ελευθερία των πολιτών, των δημοσιογράφων και των πολιτικών της αντιπολίτευσης, την απελευθέρωση των φυλακισμένων βουλευτών του HDP, για την αποκατάσταση των εκατοντάδων χιλιάδων Τούρκων πολιτών που έχουν χάσει τη δουλειά τους ή έχουν ριχτεί στη φυλακή στο πλαίσιο της σημερινής κατάστασης έκτακτης ανάγκης. Στρατηγικά αυτή η σταθερή υπεράσπιση της δημοκρατίας, της ελευθερίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις σχέσεις ΕΕ-Τουρκίας θα ενισχύσει τις δημοκρατικές δυνάμεις της χώρας αυτής και θα μπορέσει να συμβάλλει σε μια ισχυρή κοινωνική και πολιτική δυναμική για στροφή της Τουρκίας προς τις Ευρωπαϊκές αξίες, που θα εξαναγκάσει τον Ερντογάν να επιστρέψει στη δημοκρατία.

Σε αυτή την δύσκολη περίοδο, η Ελλάδα πρέπει να διατηρήσει την ψυχραιμία της και να μην παρασυρθεί σε φραστικές αντιπαραθέσεις και σε άλλο ένα κυνήγι εξοπλισμών. Πρέπει αντιθέτως να επιδιώξει την προστασία των συνόρων και της ασφάλειάς της μέσα από τις εγγυήσεις που μπορεί να παρέχει σχετικά η Ευρωπαϊκή Ένωση με βάση την Συνθήκη Λειτουργίας της ΕΕ καθώς και μέσα από την σημαντική ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής και την αναζωογόνηση της οικονομίας της, μέσω της κοινωνικής και οικολογικής/πράσινης καινοτομίας. Παράλληλα, οφείλουμε ως κοινωνία και φορείς της κοινωνίας των πολιτών να αναπτύξουμε στενές σχέσεις με τις δημοκρατικές δυνάμεις που υπάρχουν στην Τουρκία, ώστε να χτίσουμε ένα καλύτερο και πιο ειρηνικό κοινό μέλλον. Επίδειξη τσαμπουκά στον τσαμπουκά και νέα εξοπλιστικά προγράμματα, τη στιγμή που δαπανάμε το μεγαλύτερο μετά τις ΗΠΑ ποσοστό του ΑΕΠ για στρατιωτικές δαπάνες και η κοινωνία έχει γονατίσει από την φορολογία και την ισοπεδωτική λιτότητα, δεν θα κάνουν πιο ασφαλή τη χώρα μας, αλλά πολύ πιο ευάλωτη, ενώ θα αυξήσουν τον κίνδυνο «ατυχήματος» που θα οδηγήσει σε τραγωδία.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή φαίνεται να κρατάει προς το παρόν "προσεκτική" και σχετικά αμήχανη στάση. Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Jean-Claude Juncker, η Ύπατη Εκπρόσωπος για την Εξωτερική Πολιτική και την Πολιτική Ασφάλειας κι Αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Φεντερίκα Μογκερίνι και ο Επίτροπος για την Ευρωπαϊκή Πολιτική Γειτονίας και τη Διεύρυνση Johannes Hahn, σε κοινή δήλωση αναφέρουν ότι "λαμβάνουν υπόψη το αποτέλεσμα του τουρκικού δημοψηφίσματος», αλλά «περιμένουν την αξιολόγηση της Διεθνούς Αποστολής του ΟΑΣΕ / ODIHR  σε σχέση με εικαζόμενες παρατυπίες»

Η πλήρης δήλωση έχει ως εξής: «Έχουμε λάβει υπόψη του τα αναφερόμενα αποτελέσματα του δημοψηφίσματος στην Τουρκία σχετικά με τις τροποποιήσεις του Συντάγματος, το οποίο εγκρίθηκε από την Τουρκική Εθνοσυνέλευση στις 21 Ιανουαρίου 2017.

Περιμένουμε την αξιολόγηση της Διεθνούς Αποστολής του ΟΑΣΕ / ODIHR  σε σχέση με εικαζόμενες παρατυπίες.

Οι συνταγματικές τροποποιήσεις, και ιδιαίτερα η πρακτική εφαρμογή τους, θα πρέπει να αξιολογηθούν υπό το πρίσμα των υποχρεώσεων της Τουρκίας ως υποψήφιας χώρας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ως μέλος του Συμβουλίου της Ευρώπης.

Ενθαρρύνουμε την Τουρκία να απαντήσει στις ανησυχίες και συστάσεις του Συμβούλιου της Ευρώπης  συμπεριλαμβανομένων εκείνων σε σχέση με την κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Λόγω δε του  οριακού αποτελέσματος του δημοψηφίσματος και των εκτεταμένων συνεπειών των συνταγματικών τροποποιήσεων, μπορούμε επίσης να ζητήσουμε από τις τουρκικές αρχές να αναζητήσουν την ευρύτερη δυνατή εθνική συναίνεση στην εφαρμογή τους."


Το Συμβούλιο της Ευρώπης

O Γενικός Γραμματέας του Συμβουλίου της Ευρώπης Thorbjørn Jagland, δήλωσε πως "το τουρκικό εκλογικό σώμα ψήφισε επί της τροποποίησης του Συντάγματος».  Κάλεσε την Τουρκία «να σεβαστεί την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στα επόμενα βήματα που θα ακολουθήσουν το αποτέλεσμα του τουρκικού συνταγματικού δημοψηφίσματος»,  

«Δεδομένου του οριακού αποτελέσματος, η τουρκική ηγεσία θα πρέπει να εξετάσει τα επόμενα βήματα προσεκτικά», δήλωσε ο ΓΓ του Στε, προσθέτοντας ότι "είναι υψίστης σημασίας η διασφάλιση της ανεξαρτησίας του δικαστικού σώματος, σύμφωνα με την αρχή του κράτους δικαίου που διέπει την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου"."Το Συμβούλιο της Ευρώπης, του οποίου η Τουρκία είναι πλήρες μέλος, είναι έτοιμο να υποστηρίξει τη χώρα σε αυτή τη διαδικασία", καταλήγει.