του Νίκου Χρυσόγελου,

 

Οι σχέσεις της Ευρώπης και της Ελλάδας δεν βασίζονται σε ισορροπημένες προσδοκίες και απαιτήσεις. Η Ευρώπη δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις των καιρών (και όχι μόνο σε σχέση με την ελληνική κρίση), παρά τα σημαντικά βήματα που έχουν γίνει, τον αυξανόμενο ρόλο του Ευρωκοινοβουλίου, την πρωτοφανή υλική ευημερία – σε σύγκριση με άλλες περιοχές του κόσμου -  και το γεγονός ότι για πρώτη φορά, μετά από πολλούς αιώνες, στην καρδιά της Ευρώπης δεν υπάρχει πόλεμος για 50-60 συνεχή χρόνια. Το ευρώ μετατράπηκε από κοινό νόμισμα που θα ένωνε σε εργαλείο διχασμού και διαχωρισμού.  Η Ευρώπη πρέπει να προχωρήσει μπροστά αλλιώς θα διαλυθεί, δεν είναι και δεν μπορεί να είναι μόνο ένα ταμείο ή μια αγορά. Έπρεπε να είναι, ήδη, ένας ενιαίος κοινωνικός, φορολογικός, οικονομικός και πολιτικός χώρος δημοκρατικά νομιμοποιημένος.

 

Η Ελλάδα δεν έχει αντιληφθεί τις ευρωπαϊκές δυνατότητες αλλά και υποχρεώσεις της. Για την ελληνική κοινωνία και το πολιτικό σύστημα η Ευρώπη ήταν για πολλά χρόνια  η παχιά αγελάδα που θα μπορούσαμε να αρμέγουμε αιωνίως. Μάλιστα, κάποια στιγμή κορυφώθηκε η λογική “πάρετε όσα μπορείτε περισσότερα από τους κουτόφραγκους, είναι εκεί για να μας πληρώνουν”. Τι σημασία έχει που αυτό οδήγησε σε έκρηξη της διαφθοράς και της απάτης! Τεράστια ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά πακέτα διατέθηκαν συχνά με αναποτελεσματικό τρόπο και χωρίς ιεράρχηση προτεραιοτήτων. Δεν υπήρξε πολιτική κοινωνικής συνοχής και σύγκλισης μεταξύ των περιφερειών αλλά και στο εσωτερικό κάθε περιφέρειας και σε αρκετές περιπτώσεις οι ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις διεύρυναν αντί να μειώσουν την απόκλιση μεταξύ των κοινωνικών ομάδων όχι μόνο σε επίπεδο εισοδημάτων αλλά και κοινωνικών υποδομών. Ο σχεδιασμός και η αξιολόγηση αποτελεσμάτων παραμένουν ακόμα και σήμερα, εκτός ελάχιστων εξαιρέσεων, έννοιες  άγνωστες στην διοίκηση αλλά και στην κοινωνία.

 

Τα στερεότυπα που έχουν διαμορφωθεί σε μεγάλο τμήμα της κοινής γνώμης ευρωπαϊκών χωρών αλλά και σε θεσμικούς παράγοντες καθώς και οι υπεραπλουστεύσεις εμποδίζουν τον χειρισμό της βαθιάς και πολύπλευρης κρίσης με όρους επίλυσης κι όχι τιμωρίας. Παρόμοια στερεότυπα κυριαρχούν και σε μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινής γνώμης (πχ όλοι μας επιβουλεύονται, θέλουν το κακό μας γιατί είμαστε ανυπότακτοι κα). Η άγνοια και η αντίφαση κυριαρχούν σε επίπεδο ιδεών, συγχέοντας τη διαφωνία με πολιτικές (πχ  πολιτική της Μέρκελ) με ιστορικά φαινόμενα (πχ ναζισμός). Την ίδια στιγμή που μεγάλο τμήμα της κοινωνίας κατηγορεί τη Μέρκελ ή τη Γερμανία για νεο-ναζιστική συμπεριφορά,  οι πρακτικές ενός πολιτικού κόμματος που είναι στην Ελληνική Βουλή και βασίζονται στη ναζιστική ιδεολογία για φυλετικό διαχωρισμό, την αντιμετώπιση των ανθρώπων με βάση το “αίμα” και το χρώμα, γίνονται αποδεκτές ή τουλάχιστον ανεκτές! Πλήρης ιδεολογική και γνωστική σύγχυση. 

 

Χρειάζεται ως κοινωνία να ξεκαθαρίσουμε ότι δεν είμαστε υποχρεωμένοι σε αλλαγή πλεύσης γιατί μας το επέβαλαν κάποιοι άλλοι. Η αλλαγή είναι καταρχάς υπόθεση και ευθύνη της ελληνικής κοινωνία γιατί δεν ήταν βιώσιμο το μοντέλο που ακολουθούσαμε. Το μίγμα πολιτικής που ακολουθείται σήμερα με ευθύνη της τρόικα, των ελληνικών κυβερνήσεων και των ελληνικών κομμάτων είναι προφανώς λάθος. Χρειάζεται, τότε, να συμφωνήσουμε ότι η δημοσιονομική εξυγίανση είναι απαραίτητη αλλά μπορεί να γίνει με κοινωνικά δίκαιο και αποτελεσματικό τρόπο, όχι με τον σημερινό αναποτελεσματικό και ισοπεδωτικό, κοινωνικά άδικο τρόπο. Η παγκόσμια κρίση και τα διαρθρωτικά προβλήματα της ευρωζώνης έκαναν τη φούσκα να σκάσει πιο γρήγορα και πιο επώδυνα, αλλά η φούσκα υπήρχε και ελάχιστοι ήθελαν να την δουν και πολύ περισσότερο να την αντιμετωπίσουν εγκαίρως.

 

Η κρίση μας εξαναγκάζει να ξαναδούμε σοβαρά το σημερινό ευρωπαϊκό μοντέλο. Ο σχετικός διάλογος είναι έντονος σε ευρωπαϊκό επίπεδο, στο εσωτερικό πολλών χωρών και πάνω από όλα στο Ευρωκοινοβούλιο. Όμως στη χώρα μας κυριαρχούν κυρίως οι υπεραπλουστεύσεις. Η κοινωνία λειτουργία υπό πίεση και οι αποφάσεις λαμβάνονται στη βάση της οργής και της αυξανόμενης κατάθλιψης. Τα κόμματα αδυνατούν να κάνουν αναλύσεις και πολιτικές συζητήσεις, δεν είναι καν καλοί διαχειριστές. Αγνοούν πλήρως τους ευρωβουλευτές τους, ζώντας έτσι σε μια εικονική ευρωπαϊκή πραγματικότητα σε σχέση με αυτή που υπάρχει στον πραγματικό ευρωπαϊκό κόσμο. Αυτή η πολιτική “ατμόσφαιρα” δεν βοηθάει να έχουμε άποψη και στρατηγική και πολύ περισσότερο παρέμβαση στα ευρωπαϊκά δρώμενα.

 

Η χώρα απουσιάζει από τα πιο σημαντικά φόρα και κυρίως από τις υπαρκτές ή υπό διαμόρφωση συμμαχίες, κάτι αδιανόητο όμως στις σημερινές συνθήκες.  Ένα από τα αποτελέσματα είναι ότι οι άλλες χώρες της κρίσης επιδιώκουν να μένουν μακριά από την Ελλάδα, διαχωρίζουν τη θέση τους, μιλούν για ελληνική ιδιαιτερότητα, αν και γνωρίζουν ότι μέρος της ελληνικής κρίσης έχει τις ρίζες του στα δομικά προβλήματα της Ευρωζώνης.  Με τις επιθέσεις σε μετανάστες, την αυξανόμενη ξενοφοβία και τις νεο-ναζιστικές συμπεριφορές κινδυνεύουμε να χάσουμε τη συμπάθεια και την αλληλεγγύη μεγάλων τμημάτων της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης, που βλέπει ένα ευάριθμο τμήμα της ελληνικής κοινωνίας την ίδια στιγμή που ζητάει την αλληλεγγύη τους να επιδεικνύει μεγάλη περιφρόνηση στα στοιχειώδη δικαιώματα και στην αναγκαία αλληλεγγύη σε ομάδες που υποφέρουν επίσης από πολύπλευρες κρίσεις στις δικές τους χώρες (πόλεμοι, διώξεις, ακραία φτώχεια, βασανιστήρια κα).

 

Η κρίση δεν έχει αντιμετωπιστεί ακόμα ως μια ευκαιρία προετοιμασίας της χώρας και της κοινωνίας για να μπορέσει να συμμετάσχει ως ισότιμος παίχτης στο ευρωπαϊκό παιχνίδι, στη διαμόρφωση της νέας αρχιτεκτονικής της Ευρώπης, κάτι που θα βοηθούσε τη χώρα να υπερβεί την κρίση με πιο δίκαιο και ισορροπημένο τρόπο. Ναι, είναι μια εποχή που χρειαζόμαστε την αλληλεγγύη της Ευρώπης, δεν μπορεί όμως από την άλλη να συμπεριφερόμαστε ως κακομαθημένα παιδιά ή ως μια εγωκεντρική κοινωνία. Χρειάζεται η βοήθεια την οποία απαιτούμε για την Ελλάδα να την εντάσσουμε σε ένα νέο, συνολικό σχέδιο μιας ενιαίας, οικονομικά, κοινωνικά, πολιτικά Ευρώπης και πολιτικών επιλογών που δεν αφορούν μόνο στην Ελλάδα αλλά κάθε χώρα που βιώνει σήμερα την κρίση ή που μπορεί να την βιώσει αύριο. Δεν μπορεί όλα να αναλύονται από μια στενή ελληνοκεντρική οπτική.

 

Πολύ σημαντικά θέματα που αποφασίζονται στο Ευρωκοινοβούλιο παραμένουν άγνωστα στην Ελληνική κοινωνία, δεν βρίσκουν χώρο στα ελληνικά ΜΜΕ και σπάνια αναλύεται η σημασία τους για τις κοινωνίες. Για παράδειγμα, πριν λίγο καιρό το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο υιοθέτησε το λεγόμενο “διπλό πακέτο για εξυγίανση και έλεγχο των δημοσιονομικών” που μεταξύ άλλων θέτει ξεκάθαρα ότι τα μέτρα εξυγίανσης των δημοσιονομικών δεν πρέπει να πλήττουν τις πολιτικές για την υγεία ή την παιδεία ή την κοινωνική συμφωνία για το ύψος των κατώτατων μισθών. Θέσεις που όχι μόνο δεν προβάλλονται από τα ΜΜΕ αλλά ούτε καν αναφέρονται ή πολύ περισσότερο αξιοποιούνται από τα πολιτικά κόμματα, αν πράγματι επιδίωκαν να αλλάξουν τις εφαρμοζόμενες σήμερα κοινωνικά άδικες πολιτικές και να δημιουργήσουν ισχυρά αντίβαρα στις πιέσεις της τρόικα.

 

Με ευθύνη του πολιτικού συστήματος, και κυρίως της κυβέρνησης του Γ. Παπανδρέου, η Ελλάδα δεν διαπραγματεύθηκε σοβαρά το είδος και τους όρους της βοήθειας που χρειάζονταν. Συμφώνησε με όρους και πολιτικές που σε πολλές περιπτώσεις είναι στον αντίποδα των Ευρωπαϊκών πολιτικών κι αξιών, του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου. Μετατράπηκε, εύκολα, στο μαύρο πρόβατο, όχι μόνο δίνοντας τις πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές αφορμές αλλά και επιδεικνύοντας απίστευτο ερασιτεχνισμό, κουτοπονηριά (υποσχόμαστε ότι θα κάνουμε πράγματα που δεν πιστεύουμε ότι μπορεί να γίνουν), αδυναμία προετοιμασίας κι υλοποίησης του δικού της, ισορροπημένου, δίκαιου, συγκροτημένου  μεταρρυθμιστικού σχεδίου (πχ για τη διοίκηση, την αναβάθμιση των κοινωνικών υπηρεσιών, της παραγωγικής της βάσης).

 

Ακόμα και σήμερα, 6 σχεδόν χρόνια από την έναρξη της κρίσης, δύσκολα ένας ξένος παρατηρητής μπορεί διακρίνει ένα, έστω στοιχειώδες, σχέδιο για το που θέλουμε να πάμε ως χώρα και ως κοινωνία, ποιες συμμαχίες έχουμε διαμορφώσει, πώς ανατρέπουμε στερεότυπα και δεδομένα. Έτσι, πολύ εύκολα, ακούς κοινοτικούς υπαλλήλους- ευρωγραφειοκράτες που εμπλέκονται με την ελληνική “υπόθεση” να λένε “μα η Ελληνική κυβέρνηση επέλεξε ή αποφάσισε αυτό ή το άλλο μέτρο, δεν πρότεινε μια εναλλακτική πολιτική” (μια απάντηση που έχω πάρει και εγώ από την Κομισιόν σε διάφορες ερωτήσεις που έχω υποβάλλει για μέτρα και πολιτικές που είναι εξόφθαλμα αντικοινωνικές.

 

Η ευρωπαϊκή ελίτ και κυρίως οι ευρωπαϊκές χώρες που κυρίως κατευθύνουν την διακρατική συνεργασία σε ευρωπαϊκό επίπεδο (Γερμανία, Γαλλία, Ολλανδία κα) παρουσιάστηκαν αμήχανες  μπροστά στην ανάγκη διαχείρισης, με δίκαιο και συμβατό με τις ευρωπαϊκές αξίες τρόπο, την Ελληνική κρίση. Προφανώς τους δώσαμε (δώσανε) αφορμές και επιχειρήματα, αλλά είναι γνωστό ότι από την αρχή εκφράστηκαν, με τεκμηριωμένο τρόπο, απόψεις ότι το συγκεκριμένο σχέδιο “διάσωσης” της Ελλάδας δεν θα οδηγούσε σε επιτυχία αλλά σε βαθύτερη κρίση, θα είχε υπερβολικό κόστος για τους ευρωπαίους πολίτες, θα γιγάντωνε το ελληνικό χρέος και θα προκαλούσε μεγάλη ύφεση και κοινωνική ένταση. Για ιδεολογικούς λόγους οι κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις στην Ευρώπη επέλεξαν τη λογική της τιμωρίας αντί για πολιτικές και μέτρα αλληλεγγύης με στόχο να ξεπεραστεί η κρίση, μια στρατηγική που θα είχε και μικρότερο οικονομικό κόστος για τους ευρωπαίους φορολογούμενους.

 

Ας μην ξεχνάμε ότι μετά την αποτυχία της “συνταγματικής προσπάθειας” η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση κόλλησε. Το θέμα του Ευρωπαϊκού “Συντάγματος” ξεχάστηκε. Η κυριαρχία νεο-φιλελεύθερων ιδεών και πολιτικών, η διεύρυνση χωρίς παράλληλα εμβάθυνση (όπως ήταν κάποτε η κουβέντα) διαμόρφωσε μια Ευρώπη λιγότερο ελκυστική για τους πολίτες που αντιμετώπιζαν την Ευρώπη σαν κάτι πολύ μακρινό, που δεν τους ενδιέφερε και η οποία ήταν υπεύθυνη για “κάθε κακό” αλλά σχεδόν ποτέ για κάποιο καλό. Οι περισσότεροι αγνοούν ότι το σύνολο σχεδόν των θεμάτων που επηρεάζουν τη ζωή τους με τον ένα ή τον άλλο τρόπο δεν μπορεί παρά να λαμβάνονται σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Στη σημερινή εποχή, ακόμα και μια χώρα όπως η Γερμανία είναι πολύ μικρή για να επιβιώσει μόνη της στον κόσμο. Μερικές εταιρίες, μεταξύ άλλων και οι οίκοι αξιολόγησης έχουν συχνά πολύ μεγαλύτερη δύναμη και επιρροή από μεγάλες χώρες και ισχυρές κυβερνήσεις. Μέσα σε ελάχιστα λεπτά μπορεί να οδηγήσουν στην καταστροφή μιας χώρας ή την ανακατανομή του πλούτου, απλώς δημοσιοποιώντας μια έκθεση ή πατώντας ένα κουμπί στον ηλεκτρονικό υπολογιστή.

 

Στην περίπτωση της ελληνικής κρίσης, η χώρα δεν ήταν σε θέση να αντιμετωπίσει μόνη της τις επιθέσεις των “αγορών” αλλά ούτε η Ευρώπη είχε αντιληφθεί την πραγματική διάσταση της κρίσης. Έλαβε λάθος αποφάσεις αλλά το πιο σημαντικό είναι ότι ακόμα και σήμερα δεν έχουν βρει το θάρρος (Κομισιόν, Γερμανική κυβέρνηση, Τρόικα) να ομολογήσουν αυτό που συζητιέται πίσω από κλειστές πόρτες, ότι αυτό το σχέδιο δεν μπορεί να πετύχει. Ενδεικτικό: η Κομισιόν και η τρόικα απέκρυψαν την έκθεση που τους είχε δοθεί για τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους, έκθεση που θεωρούσε πολύ πιθανό το ελληνικό χρέος να παραμείνει σε επίπεδα μεταξύ 145-165% ακόμα και μετά το κούρεμα, ενώ στην καλύτερη περίπτωση θα “περιορίζονταν” μεταξύ 120 -125%. Δεν είχαν την πολιτική διάθεση να επιλέξουν από την αρχή ένα σχέδιο πιο ισορροπημένο - ακόμα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο είχε προτείνει ένα διαφοροποιημένο πακέτο με χαμηλότερο επιτόκιο και ρύθμιση του χρέους. Σήμερα, μια τέτοια αντιπαράθεση είναι αυτή τη φορά δημόσια, σε πρώτο πλάνο, με το ΔΝΤ να επιμένει ότι πρέπει μετά το PSI+ να γίνει κούρεμα και του χρέους που έχουν τώρα στα χέρια τους οι εθνικές τράπεζες και οι χώρες (OSI), και  τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να αναβάλουν κάτι τέτοιο για αργότερα, διστάζοντας να προχωρήσουν σε κινήσεις που θα αντιμετώπιζαν οξεία πολεμική από λαϊκίστικες δυνάμεις στο εσωτερικό των χωρών τους. Οι λαϊκιστές και οι εξτρεμιστές σε όποια χώρα και να βρίσκονται κάνουν εξίσου κακού στην επίλυση των πραγματικών προβλημάτων.

 

Για να κατανοήσουμε γιατί οι ευρωπαϊκές ελίτ δεν έλαβαν τις σωστές αποφάσεις εγκαίρως, πρέπει να λάβουμε υπόψη κάποιους σημαντικούς παράγοντες: την μεγάλη καθυστέρηση που παρουσιάζει η θεσμική εξέλιξη σε ευρωπαϊκό επίπεδο (η ΕΕ παραμένει μια διακρατική συνεργασία κι άρα οι αποφάσεις που λαμβάνονται επηρεάζονται από τις ισορροπίες στο εσωτερικό των κρατών - μελών), την ιδεολογική αγκύλωση στη θέση ότι “η αγορά ρυθμίζει όλα τα θέματα” καθώς και στην κυριαρχία πολιτικών συσχετισμών που αντιμετωπίζουν ακόμα την Ευρώπη ως μια αγορά και αντιτίθεται στην μετεξέλιξή της σε μια ομοσπονδία, σε μια πολιτική – οικονομική και κοινωνική ένωση.

 

Η εισαγωγή του ευρώ οδήγησε για μια αρχική ευδαιμονία, δεν αντιμετωπίστηκαν εγκαίρως οι αδυναμίες και οι λειτουργίες που είχαν εντοπιστεί αλλά για λόγους κυρίως ιδεολογικούς δεν έγινε προσπάθεια να ξεπεραστούν μέσα από την νομισματική, φορολογική και οικονομική νομιμοποίηση. Όταν ξέσπασε η παγκόσμια κρίση, οι κυβερνήσεις βρέθηκαν αμήχανες σε μια κατάσταση που απαιτούσε βαθιές αλλαγές. Στη συνέχεια, και η ελληνική  αλλά κι αυτή της ευρωζώνης απαιτούσαν εξέλιξη και μεγαλύτερη εμπλοκή των ευρωπαϊκών θεσμών, γρήγορες και κατάλληλες απαντήσεις στις επιθέσεις κερδοσκόπων, κανόνες που ρυθμίζουν την ανεξέλεγκτη αγορά και αποτρέπουν ανεύθυνες επιλογές τραπεζών ή και χωρών. Όμως, η Ευρώπη αντί να πάει μπροστά, σε μια κατεύθυνση περισσότερης Ευρώπης, επέστρεψε σε διακρατικές μορφές συνεργασίας, σε λιγότερη Ευρώπη, σε διαδικασίες λήψεις κρίσιμων αποφάσεων κυρίως μέσα από την επιβολή του διδύμου Μέρκελ – Σαρκοζί, με πολύ αργούς μάλιστα ρυθμούς και σε αντίθετη κατεύθυνση από αυτή που απαιτούνταν (πολύ λίγα, πολύ αργά). Για μεγάλο διάστημα η Κομισιόν και ο πρόεδρος της περιθωριοποιήθηκαν, με προσβλητικό μάλιστα τρόπο. Εκτός παιχνιδιού έμεινε, για αρκετό καιρό, και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ο μόνος ευρωπαϊκός θεσμούς που έχει δημοκρατική νομιμοποίηση και θα μπορούσε να λειτουργήσει ως αντίβαρο σε κοινωνικά άστοχα και αναποτελεσματικά μέτρα, λαμβάνοντας υπόψη ότι οι ευρωβουλευτές, όχι μόνο έχουν εκλεγεί με εντολή να εκπροσωπούν τα συμφέροντα των πολιτών αλλά κι έχουν συνεχώς απευθείας σχέση με διαφορετικούς φορείς καθώς και παραστάσεις από ολόκληρη την Ευρώπη.

 

Το Ευρωκοινοβούλιο παρέμενε εκτός παιχνιδιού γιατί δεν είχε θεσμικές αρμοδιότητες και δυνατότητες να παρεμβαίνει και να ελέγχει τις εθνικές δημοσιονομικές πολιτικές καθώς και τις πολιτικές που προωθεί η τρόικα στην Ελλάδα και στις άλλες χώρες της κρίσης. Ο πολιτικός έλεγχος των εφαρμοζόμενων πολιτικών θα έπρεπε να βρίσκεται, εδώ και καιρό, στα χέρια του Ευρωκοινοβουλίου, με δεδομένο ότι τα εφαρμοζόμενα μέτρα είναι ιδεολογικά φορτισμένα, δεν είναι ουδέτερα, αντικειμενικά και “επιστημονικά” τεκμηριωμένα. Η συνταγή μοιάζει κοινή για όλες τις δημοσιονομικές “αρρώστιες”: “εσωτερική υποτίμηση με κάθε κόστος”, “απορρύθμιση της εργασίας και της κοινωνικής προστασίας”, “ιδιωτικοποιήσεις και πώληση κρίσιμων για την ευημερία και τη λειτουργία της κοινωνίας τομέων”, όπως πχ το νερό, ο σιδηρόδρομος κα. Είναι προφανές ότι δεν υπάρχει ουδετερότητα ή αντικειμενικά αναπόφευκτα μέτρα. Υπάρχουν διαφορετικές πολιτικές προτάσεις και δεν μπορεί ένας υπάλληλος ή ένας Επίτροπος να αποφασίζει μόνος του πολιτικές και μέτρα που είναι σε διαφορετική κατεύθυνση από ευρωπαϊκές πολιτικές ή δεν έχουν λάβει την υποστήριξη του Ευρωκοινοβουλίου, όπως απαιτείται στη βάση της “κοινοτικής μεθόδου” δηλαδή της συναπόφασης με το Ευρωκοινοβούλιο, σε πολλές άλλες περιπτώσεις.

 

Τέτοια παραδείγματα είναι η πολιτική για την εξάλειψη της φτώχειας, ή οι υπηρεσίες παροχής υπηρεσιών σε κρίσιμους τομείς όπως πχ είναι το νερό. Σε ερώτηση που καταθέσαμε προς την Κομισιόν 4 πράσινοι ευρωβουλευτές αναδείξαμε ένα τέτοιο θέμα: το άρθρο 385 της Σύμβασης Λειτουργίας της ΕΕ απαιτεί “ουδετερότητα” της Κομισιόν σε σχέση με τη μορφή (δημόσια ή ιδιωτική) των υπηρεσιών παροχής νερού. Και, όμως, ο αρμόδιος Επίτροπος Ο. Ρεν και ο εκπρόσωπος της Κομισιόν στην τρόικα παραβιάζουν αυτή την “ουδετερότητα¨, προωθώντας και πιέζοντας για την ιδιωτικοποίησης της ΕΥΔΑΠ και της ΕΥΑΘ στο πλαίσιο των πολιτικών “αντιμετώπισης της δημοσιονομικής κρίσης”.

 

Θα ήταν λογικό οι λαϊκίστικες και οι ακραίες δυνάμεις, που δεν επιδιώκουν λύσεις των προβλημάτων αλλά απλώς εκμετάλλευσή τους με στόχο την αύξηση της εκλογικής κι άλλης επιρροής τους, να έχουν όχι μόνο άγνοια αλλά και απέχθεια σε μια στρατηγική που θα επιδίωκε διαμόρφωση ισχυρών συμμαχιών για προσαρμογή των όρων του Μνημονίου αλλά και όλων των πολιτικών αντιμετώπισης της κρίσης στις ευρωπαϊκές αξίες και πολιτικές.

 

Θα μπορούσε η Ελλάδα αντί να μετατραπεί σε μαύρο πρόβατο να αποτελέσει το επίκεντρο για την επαναδιατύπωση κι εφαρμογή ενός νέου, αποτελεσματικού και δίκαιου ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου. Η Ομάδα των Πράσινων στο Ευρωκοινοβούλιο το έχουμε θέσει ξεκάθαρα και πολύ δυνατά. Από την αρχή του 2012 έχουμε εντείνει τις προσπάθειες και παρέμβουμε στη βάση μιας τρίτης στρατηγικής - του τρίτου δρόμου για τη διάσωση της Ελλάδας με όρους αλληλεγγύης και δίκαιων μεταρρυθμίσεων, σε πλήρη συμβατότητα με το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο, σε πλήρη διαφοροποίηση από τις δυο κυρίαρχες σήμερα πολιτικές: αυτής του μονόδρομου, που θεωρεί ότι η ακολουθούμενη πολιτική είναι η μόνη λύση και της άλλης (που λειτουργεί συμπληρωματικά εκ των πραγμάτων)  πολιτικής του “όχι σε κάθε αλλαγή”, αναζήτηση του “εχθρού” που ευθύνεται για όλα τα κακά της μοίρας και της φυλής. 

 

Η πολιτική παρέμβαση των Πράσινων – προσωπικά έχω άριστη συνεργασία με όλη την ομάδα των πράσινων ευρωβουλευτών και έχω εκπλαγεί με το ουσιαστικό ενδιαφέρον τους για την αλληλεγγύη προς την Ελλάδα – φέρνει αποτελέσματα. Οι Πράσινοι στο Ευρωκοινοβούλιο δουλεύουμε συστηματικά στη βάση ακριβώς αυτής της “τρίτης στρατηγικής” για ουσιαστική αλλαγή των πολιτικών που εφαρμόζονται σήμερα για την αντιμετώπιση της ελληνικής κρίσης. Η συμμετοχή Έλληνα ευρωβουλευτή στην Ομάδα των Πράσινων έχει απελευθερώσει μια μεγάλη δυναμική αλληλεγγύης προς την ελληνική κοινωνία. Με τις συνεχείς δηλώσεις των 2 συμπροέδρων μας, Ντάνυ Κον Μπεντίτ και Ρεβέκκα Χαρμς, με την υιοθέτηση μιας πολιτικής πρότασης 7 σημείων για αλλαγή της πολιτικής που εφαρμόζεται στην Ελλάδα, με παρεμβάσεις στο θέμα των εξοπλιστικών δαπανών, της φοροδιαφυγής και του ξεπλύματος μαύρου χρήματος, της διάσωσης του συστήματος υγείας, την παροχή στην Ελλάδα οικονομικής βοήθειας μέσα από διαφορετικά εργαλεία αλλά και την διαμόρφωση ενός Επενδυτικού Πακέτου Πράσινων Κοινωνικών Επενδύσεων, την εγγύηση των ελληνικών συνόρων από την ΕΕ για να μειωθούν δραστικά οι στρατιωτικές δαπάνες, την παροχή άμεσης ρευστότητας και οικονομικής βοήθειας σε όσους έχουν πράγματι ανάγκη και κυρίως τους ανέργους και τους νέους.

 

Με πρωτοβουλία μάλιστα των Πράσινων και σε συνέχεια των παρεμβάσεων μας σε ευρωπαϊκό επίπεδο, το Ευρωκοινοβούλιο αναμένεται να πάει ένα βήμα πιο μπροστά σε θεσμικό επίπεδο: Οι πρόεδροι των 4 σημαντικότερων πολιτικών ομάδων (Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, Σοσιαλιστές και Δημοκράτες, Πράσινοι και Φιλελεύθεροι) υιοθέτησαν μεταξύ άλλων στο σχέδιο ψηφίσματος που θα κατατεθεί στη σύνοδο της Ολομέλειας του Ευρωκοινοβουλίου στις 24-28/10 κοινή πολιτική τοποθέτηση για την ανάγκη οι θέσεις που υποστηρίζει ο εκπρόσωπος της Κομισιόν στην Τρόικα να έχουν την έγκριση και έλεγχο του Ευρωκοινοβουλίου, να έχει ο εκπρόσωπος της Κομισιόν στην Τρόικα την έγκριση του Ευρωκοινοβουλίου και να μπορεί το θεσμικό αυτό όργανο να καταψηφίζει τις θέσεις της Τρόικα ή/και να απορρίπτει τον εκπρόσωπό της Κομισιόν.

 

Σημαντική φυσική παρουσία πράσινων ευρωβουλευτών στην Ελλάδα είχαμε από την αρχή της κρίσης, αλλά από τον Μάρτιο 2012 η παρουσία των ευρωπαίων πράσινων ευρωβουλευτών έχει αποκτήσει άλλη δυναμική, ως έμπρακτη στήριξη της ελληνικής κοινωνίας αλλά και πλήρη και δημιουργική συνεργασία μαζί μου όλης της ομάδας των πράσινων. Μια ισχυρή παρουσία ξεκίνησε με την επίσκεψη, μετά από πρόσκλησή μου,  των δυο συμπροέδρων της ομάδας μας Ντάνυ Κον Μπεντίτ και Ρεβέκκα Χαρμς. Όμως 9-11 Νοεμβρίου πάνω από 20 ευρωβουλευτές, οι συμπρόεδροι της ομάδας των Πράσινων στο Ευρωκοινοβούλιο, πράσινοι βουλευτές σε εθνικά κοινοβούλια, κάποιοι πράσινοι υπουργοί και 350-500 στελέχη των πράσινων από όλες τις Ευρωπαϊκές χώρες θα βρεθούν στην Αθήνα για να εκφράσουν την αλληλεγγύη τους στην ελληνική κοινωνία και ταυτόχρονα να απαιτήσουν την ανάδειξη της Ευρώπης της κοινωνικής αλληλεγγύης.

 

Θα μπορούσε το γεγονός αυτό να αποτελέσει το ξεκίνημα νέων κοινωνικών και πολιτικών διεργασιών στην Ελλάδα για την διαμόρφωση του “τρίτου δρόμου” και μιας συμμαχίας κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων που θα αλλάξουν την πορεία των εξελίξεων στη χώρας μας. Η πρόκληση είναι εδώ κι αφορά το μέλλον της χώρας αλλά και την ίδια την επιβίωση της χώρας.  Για να έχει επιτυχία η τρίτη στρατηγική, ο τρίτος δρόμος, προϋπόθεση είναι να βγουν στο προσκήνιο εκείνες οι δημιουργικές δυνάμεις που θα βοηθήσουν να αντιμετωπιστούν οι παθογένειες της ελληνικής οικονομίας, διοίκησης, πολιτικής και κοινωνίας. Κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις που θα θέτουν ως στόχο την πράσινη και κοινωνική καινοτομία και πρωτοβουλία ως εργαλείο για διέξοδο από την κρίση, που θα οικοδομήσουν σταθερές κι εμπνευσμένες πολιτικές και κοινωνικές συμμαχίες σε ευρωπαϊκό επίπεδο, θα απαιτήσουν την ευρωπαϊκή αλληλεγγύη κι όχι τιμωρία, αλλά θα είναι έντιμες ώστε να παραδεχθούν, επίσης, ότι η πορεία που ακολουθούσαμε τις τελευταίες δεκαετίες ήταν αδιέξοδη Κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις που δεν ονειρεύονται την επιστροφή στο παρελθόν αλλά την συμμετοχική διαμόρφωση ενός βιώσιμου μέλλοντος στη βάση 5 βασικών πολιτικών επιλογών:

  • ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας και περισσότερη Ευρώπη για την Ευρώπη,
  • αναζωογόνηση της οικονομίας, μέσω κυρίως της στροφής της σε πράσινη κατεύθυνση,  προώθησης μορφών κοινωνικών συνεταιριστικών επιχειρήσεων και ενίσχυσης των Μικρομεσαίων επιχειρήσεων, με άμεσο στόχο επίσης την δημιουργία θέσεων εργασίας, ώστε να μειωθεί δραστικά η μακροχρόνια ανεργία και ο κοινωνικός αποκλεισμός
  • εξισορρόπηση της βίαιης μείωσης μισθών, συντάξεων και κοινωνικών υποδομών με στοχευμένη ενίσχυση της κοινωνικής αλληλεγγύης, υπεράσπιση του δημόσιου συμφέροντος και  αναδιοργάνωση των κοινωνικών πολιτικών και των υπηρεσιών περιβάλλοντος ώστε να γίνουν αποτελεσματικές για  τον πολίτη και να στηρίζουν ουσιαστικά όσους βρίσκονται πλέον στα όρια επιβίωσης
  • ενσωμάτωση της περιβαλλοντικής, κλιματικής και κοινωνικής διάστασης σε όλες τις πολιτικές και τις αποφάσεις και ανάπτυξη ενός συμμετοχικού, δημοκρατικού, πολιτικού μοντέλου.  


Το άρθρο του Ν. Χρυσόγελου πρωτοδημοσιεύτηκε στον δικτυακό τόπο eklogika.gr

 

 

 

του Νίκου Χρυσόγελου,

ευρωβουλευτή των Οικολόγων Πράσινων/

Ομάδα των Πράσινων στο Ευρωκοινοβούλιο

 

Η Ελλάδα κυβερνήθηκε από δυο κόμματα που εναλλάσονταν στην εξουσία επί δεκαετίες. Παρά την ισχυρή κοινοβουλευτική δύναμή τους (ή εξαιτίας της αυταρέσκειας και της διαφθοράς που δημιουργεί μια μονοκομματική κυβέρνηση) τα δυο αυτά κόμματα οδήγησαν τη χώρα στη χρεοκοπία.

 

Εκτός κι αν αλλάξει κάτι δραματικά, φαίνεται ότι για τα επόμενα χρόνια δεν θα υπάρξουν βιώσιμες μονοκομματικές κυβερνητικές λύσεις στην Ελλάδα. Θα υπάρξουν, όμως, κυβερνήσεις συνεργασίας βασισμένες σε πρόγραμμα που αντιμετωπίζει τα δημοσιονομικά προβλήματα με κοινωνικά δίκαιο και ισορροπημένο τρόπο, ενώ παράλληλα αναζωογονεί την οικονομία, δημιουργεί θέσεις εργασίας και ενδυναμώνει την κοινωνική συνοχή, προστατεύοντας το περιβάλλον; Αυτό θα μπορούσε να είναι το μόνο πλαίσιο που θα επέτρεπε, στις σημερινές συνθήκες, κυβερνητική συνεργασία των Οικολόγων Πράσινων, αν ήταν στη Βουλή.

 

Η πολιτική που ακολουθήθηκε πριν την κρίση ήταν αδιέξοδη και μη βιώσιμη. Αυτή που επιλέχτηκε για την αντιμετώπιση της κρίσης ήταν η χειρότερη δυνατή.  Αποδείχτηκε ανόητη γιατί  οδηγεί σε διάλυση της κοινωνικής συνοχής, κατάρρευση της πραγματικής οικονομίας και έκκρηξη της ανεργίας. Μια τέτοια, κοινωνικά άδικη κι αναποτελεσματική πολιτική δεν μπορεί να έχει την υποστήριξη της κοινωνίας. ΠΑΣΟΚ και ΝΔ χρειάζεται να πληρώσουν το τίμημα. Να υπάρξει κάθαρση. Να συρρικνωθούν. Να επαναπροσδιορίσουν τις προγραμματικές θέσεις τους. Ώστε να αναδειχθούν και νέα πολιτικά – κομματικά πρόσωπα.

 

Η αριστερά έχει τις δικές της ευθύνες για την κρίση καθώς και για τα αδιέξοδα που έχουν δημιουργηθεί. ΚΚΕ και ΣΥΡΙΖΑ για έναν “αριστερό” λαϊκισμό, για την απουσία εναλλακτικών λύσεων, για μια πολιτική που συσπειρώνει στη βάση του “όχι σε όλα”. Ακόμα και στις εκλογές, ο ΣΥΡΙΖΑ παρουσίασε διπλό πρόσωπο. Στην Ευρώπη (πχ επιστολές σε ευρωπαϊκούς φορούς και πολιτικά κόμματα) μιλούσε για “λύσεις που θα βρεθούν μαζί με τους ευρωπαίους φίλους”, στην Ελλάδα μιλούσε για καταγγελία, για ακύρωση του μνημονίου με μια νομοθετική πράξη! 

 

Η ΔΗΜΑΡ κινδυνεύει να υποστεί την φθορά που προκαλεί μια κυβερνητική συνεργασία χωρίς σοβαρό σχέδιο και πολιτικές συμφωνίες για τις πολιτικές που θα ακολουθηθούν με εταίρους που ανήκουν σε μια άλλη εποχή.

 

Η αριστερά έχει κι αυτή το δικό της μερίδιο στην αποτυχία αντιμετώπισης της κρίσης,  κυρίως όμως γιατί δεν έχει παρουσιάσει δικό της συνεκτικό, κοινωνικά δίκαιο αλλά κι αποτελεσματικό σχέδιο διεξόδου από την κρίση για να πείσει ότι μπορεί να κυβερνήσει. Η καταγγελία είναι εύκολη αλλά δεν αρκεί για να βγει η χώρα από τα αδιέξοδα. Ούτε αποτελεί ρεαλιστική βάση για διακυβέρνηση της χώρας, είτε είναι μόνη της στην κυβέρνηση είτε μέσα από κυβερνήσεις συνεργασίας.

 

Η ευθύνη των Οικολόγων Πράσινων είναι ότι δεν έχουμε αναδείξει τις εναλλακτικές, πράσινες προτάσεις διεξόδου από την κρίση με τρόπο που να είναι κατανοητές και να συμβάλλουν στην κινητοποίηση κοινωνικών δυνάμεων που κατανοούν ότι η κοινωνική και περιβαλλοντική καινοτομία, η πράσινη μεταρρύθμιση οικονομίας, κοινωνίας και πολιτικής είναι πλέον όρος επιβίωσης. Οι Πράσινοι, σε αντίθεση με ότι πιστεύουν πολλοί στην Ελλάδα, έχουν ανθίσει σε ευρωπαϊκές χώρες όταν παρουσιάζουν συγκροτημένες προτάσεις για την οικονομία. Ο υπουργός ανάπτυξης της Γαλλίας είναι πράσινος, από τους πρωτεργάτες του Πράσινου Νιου Ντηλ. Οι Γερμανοί πράσινοι έχουν παρουσιάσει ένα πειστικό οικονομικό πρόγραμμα. Στην Ελλάδα δεν έχουμε αναδείξει τα επιτεύγματα των ελλήνων και ευρωπαίων πράσινων στο Ευρωκοινοβούλιο, στις περιφέρειες, στα εθνικά κοινοβούλια, το πώς οι πράσινοι έχουν αλλάξει την πολιτική αντζέντα και την καθημερινή ζωή των πολιτών εκεί όπου έχουν ισχυρή κοινοβουλευτική και κοινωνική παρουσία.

 

Η οργή της κοινωνίας προς το παρόν δεν έχει επιτρέψει να γίνει σοβαρή συζήτηση στη βάση προγραμματικών συμφωνιών. Για να μπορέσουμε πραγματικά να μιλήσουμε για κυβερνητικές συνεργασίες με συμμετοχή των πράσινων, όπως γίνεται σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, χρειάζεται πρώτα να αλλάξουν οι πολιτικές και κοινωνικές ισορροπίες, οι πολιτικές των κομμάτων και να εκπροσωπούνται οι Οικολόγοι Πράσινοι και στην ελληνική Βουλή. Έχουμε ακόμα, όμως, πολύ δρόμο για να φτάσουμε μέχρι εκεί.

 

 

Σχολιάζοντας τα αποτελέσματα της Συνόδου Κορυφής της ΕΕ, ο Νίκος Χρυσόγελος, ευρωβουλευτής των Οικολόγων Πράισνων / Ομάδα των Πράσινων στο Ευρωκοινοβούλιο επισήμανε:

“Η Ευρωπαϊκή Ένωση χρειάζεται άμεσα ένα Πράσινο Σχέδιο Επενδύσεων και Απασχόλησης, τραπεζική, νομισματική, οικονομική και πολιτική ένωση. Χρειαζόμαστε ένα όραμα και σχέδιο για το κοινό μας σπίτι. Αυτό που περιμέναμε από τη Σύνοδο Κορυφής είναι να επεξεργασθεί ένα σχέδιο για την ανάπτυξη και την εργασία, εμείς λέμε για την πράσινη οικονομία κι απασχόληση. Αυτό που συζητήθηκε είναι μεν ένα βήμα μπροστά, σε σχέση με την ιδεολογική εμμονή τόσο καιρό σε πολιτικές λιτότητας και ισοπεδωτικών περιοριστικών μέτρων, αλλά είναι το ελάχιστο, είναι μια ασπιρίνη. Πρόκειται για πακέτο 120 δις ευρώ που θα προέρχονται, όμως, από αδιάθετους πόρους από τα Διαρθρωτικά Ταμεία (55 δις), από τα ομόλογα έργου (2,5-5 δις) και τα υπόλοιπα από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων”.

 

Επίσης, σε συνέντευξη που έδωσε προς τα ΜΜΕ στη Θεσσαλονίκη, την Παρασκευή 29 Ιουνίου, με αφορμή τη συμμετοχή του σε συνέδριο πράσινων δημοτικών συμβούλων από διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, ο ευρωβουλευτής των Οικολόγων Πράσινων Νίκος Χρυσόγελος, αναφέρθηκε στις ευρωπαϊκές εξελίξεις σε σχέση με την Ελλάδα αλλά και στη δραστηριότητα της ομάδας των Πράσινων  στο Ευρωκοινοβούλιο.

 

Συγκεκριμένα ο Ν. Χρυσόγελος σχετικά με τα μέτρα αντιμετώπισης της κρίσης είπε τα ακόλουθα:

 

«Στη χώρα μας χάθηκε πολύτιμος χρόνος και η ευκαιρία να ακολουθηθούν λύσεις που αντιμετωπίζουν τα δημοσιονομικά προβλήματα με κοινωνικά δίκαιο και αποτελεσματικό τρόπο. Εφαρμόστηκε μια ανόητη πολιτική που δεν αντιμετώπισε ριζικά τα δημοσιονομικά προβλήματα και κυρίως το εμπορικό ισοζύγιο συναλλαγών και το έλλειμμα που προκύπτει αλλά δημιούργησε επιπλέον προβλήματα επεκτείνοντας την κρίση στην πραγματική οικονομία. Προκάλεσε επίσης τεράστια ποσοστά ανεργίας – της τάξης της δεκαετίας του ’50 –’60 – και βέβαια δημιούργησε προβλήματα κοινωνικής συνοχής. Καθημερινά βιώνουμε τη δίκαιη οργή της κοινωνίας. Ως Οικολόγοι Πράσινοι αλλά και ως Πράσινοι στο Ευρωκοινοβούλιο επισημαίνουμε ότι χρειάζεται μια άλλη πολιτική που θα δώσει έμφαση στην  αναζωογόνηση της οικονομίας δημιουργώντας τις βάσεις για μια καινούργια πράσινη οικονομία, προς όφελος και της κοινωνίας και του περιβάλλοντος που ταυτόχρονα θα δημιουργεί θέσεις εργασίας.

Δεν μπορείς να περιμένεις αύξηση των εσόδων του δημοσίου όταν καταρρέει όλη η παραγωγή κι όταν οι άνθρωποι μένουν άνεργοι, αυτό το βλέπουμε άμεσα με τις επιπτώσεις που έχει στα ασφαλιστικά ταμεία, στα έσοδα του δημοσίου κτλ.

Η ελληνική διάσταση της κρίσης συναρτάται με τα διαρθρωτικά προβλήματα  της ελληνικής οικονομίας, κοινωνίας αλλά και διοίκησης καθώς και με το πολιτικό σύστημα και το αδιέξοδο μοντέλο παραγωγής και κατανάλωσης που ακολουθήθηκε.

Παράλληλα, όμως, υπάρχει και η διάσταση της κρίσης της Ευρωζώνης. Δημιουργήσαμε μια Ευρωζώνη βασισμένη σε ένα νόμισμα χωρίς όμως κοινή νομισματική και οικονομική πολιτική. Επιπλέον η Ευρώπη κινείται με αργούς ρυθμούς για να αντιμετωπίσει αυτά τα προβλήματα με αποτέλεσμα και η κρίση να επεκτείνεται και σε άλλες χώρες και το κόστος διάσωσης να γίνεται πάρα πολύ μεγάλο. Εάν είχαν παρθεί έγκαιρα μέτρα θα μπορούσε με μικρότερο κόστος να έχει διασωθεί η Ευρωζώνη.

Οι Πράσινοι από τις ευρωεκλογές του 2009 λέγαμε ότι με 500 δις ευρώ θα είχε αναζωογονηθεί η οικονομία, θα είχε στραφεί σε πράσινη κατεύθυνση και θα είχαν δημιουργηθεί και 5 εκατομμύρια νέες θέσεις εργασίας. Τώρα η διάσωση έχει κοστίσει πάνω από 1 τρις ευρώ και προφανώς θα κοστίσει ακόμη περισσότερο χωρίς να διασώζεται η πραγματική οικονομία καθώς τα χρήματα πάνε στη διάσωση των τραπεζών και για τα ομόλογα. Αν λοιπόν είχε ακολουθηθεί άλλη πολιτική και στην Ελλάδα και στην Ευρώπη θα ήταν διαφορετικά τα πράγματα.

 Χρειαζόμαστε καινούρια εργαλεία. Πρέπει να προχωρήσουμε με περισσότερη Ευρώπη για να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματα. Απέναντι στις παγκόσμιες αγορές δεν μπορούμε να είμαστε μόνοι μας. Περισσότερη Ευρώπη σημαίνει ενοποίηση του τραπεζικού συστήματος – ώστε να είναι ισχυρό και να αντιμετωπίζει τις επιθέσεις των κερδοσκόπων -  και διασφάλιση των καταθέσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Αυτό θα έχει πολύ μικρότερο κόστος από τη διάσωση και ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών μεμονομένα. Θέλουμε,όμως, και οικονομική και νομισματική ένωση: Μια Ευρώπη που βασίζεται μόνο σε ένα κοινό νόμισμα δεν μπορεί να επιβιώσει γιατί το κοινό νόμισμα δημιούργησε ανισοκατανομή: ο βορράς έχει πλεονάσματα, ο νότος έχει ελλείμματα.

 

Θέση των Πράσινων είναι να μετατραπούν τα εθνικά χρέη που είναι πάνω από 60%, σε ευρωπαϊκά έτσι ώστε να αποσβεσθούν πιο εύκολα. Αν γινόταν αυτό, η Ελλάδα θα διασωζόταν πιο εύκολα και με χαμηλότερο κόστος, αλλά το ίδιο ισχύει και για άλλες χώρες. Για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι η αλληλεγγύη και όχι η τιμωρία των χωρών θα βοηθήσει στην αντιμετώπιση του χρέους.

 

Επίσης ζητάμε πολιτική ένωση της Ευρώπης που σημαίνει ότι θα υπάρχει ένα θεσμικό επίπεδο οι εκπρόσωποι του οποίου θα εκλέγονται απευθείας από τους πολίτες. Συγκεκριμένα τόσο ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής όσο και ο υπουργός Οικονομικών θα πρέπει να εκλέγονται άμεσα από τους πολίτες και το Ευρωκοινοβούλιο με ισχυρή εντολή έτσι ώστε να συγκλίνουμε στην Ευρωπαϊκή ενοποίηση. Βέβαια αυτό σημαίνει εν μέρει και μεταφορά εθνικής κυριαρχίας, μηχανισμούς ενοποίησης, κοινές ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες, δημοκρατικό έλεγχο και διαφάνεια – που θα διασφαλισθεί με μεγαλύτερο ρόλο τόσο των Εθνικών Κοινοβουλίων όσο και του Ευρωκοινοβουλίου. Οι Πράσινοι έχουμε εισηγηθεί να υπάρξει μια Σύνοδος των Εθνικών Κοινοβουλίων, του Ευρωκοινοβουλίου και της Κοινωνίας των πολιτών έτσι ώστε να διαμορφωθεί μία νέα συνθήκη ευρωπαϊκής πολιτικής ενοποίησης.

 

Η Ευρώπη χρειάζεται ίδιους πόρους, που θα προέλθουν από την εφαρμογή του φόρου χρηματοπιστωτικών συναλλαγών – κάτι που πρόσφατα υιοθετήθηκε – και υπολογίζεται ότι θα αποφέρει στην ΕΕ από 20 έως 250 δις ευρώ, άρα θα μπορούσε να είναι ισχυρό εργαλείο για τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και ανάκαμψης της οικονομίας.

 

Τα ομόλογα έργου θα μπορούσε να είναι ένα σημαντικό εργαλείο. Οι Πράσινοι υποστηρίζουμε, όμως, ότι πρέπει τα χρήματα αυτά να διατεθούν σε οικονομικά, κοινωνικά και περιβαλλοντικά βιώσιμα έργα κι όχι όπως στο παρελθόν σε μεγάλα έργα και μονάδες οι οποίες δεν συνεισφέρουν στην αναζωογόνηση της πραγματικής οικονομίας και στην κοινωνική συνοχή.

 

Οι Πράσινοι στο Ευρωκοινοβούλιο έχουμε επεξεργασθεί μια σειρά προτάσεων κι έχουμε κάνει εισηγήσεις και στον πρόεδρο της Επιτροπής κ.Μπαρόζο, ιδαίτερα για το θέμα της κατάρρευσης του ελληνικού συστήματος υγείας. Προετοιμάζουμε, επίσης, ένα συνεκτικό σχέδιο για πράσινες επενδύσεις στην Ελλάδα προς όφελος της κοινωνίας και του περιβάλλοντος.

Έχουμε προτείνει στα Περιφερειακά Συμβούλια σε συνεργασία με τους κοινωνικούς και επαγγελματικούς φορείς να συντάξουν ένα σχέδιο καταρχάς για την κάθε περιφέρεια και μετά, από κοινού με το εθνικό κοινοβούλιο, να διαμορφώσουν το συνολικό σχέδιο βιωσιμότητας, πράσινης οικονομίας, κοινωνικής συνοχής, απασχόλησης συνολικά για τη χώρα που θα το πρέπει να κατατεθεί το αργότερο μέχρι τις αρχές του φθινοπώρου.

 

Μας απασχολεί, επίσης, πως θα προσαρμοστούν όλοι οι όροι του μνημονίου στις ευρωπαϊκές πολιτικές, αξίες και κεκτημένα κάτι που δεν απασχόλησε τις  άλλες πολιτικές δυνάμεις. Πρόσφατα στο Ευρωκοινοβούλιο υποστηρίξαμε με ισχυρή πλειοψηφία ένα μέσο διαπραγμάτευσης, το λεγόμενο διπλό πακέτο, το οποίο προβλέπει ευρωπαϊκό έλεγχο στα δημοσιονομικά ώστε να πετύχουν οι χώρες μηδενισμό των ελλειμμάτων. Τι λέει αυτό το πακέτο: ότι δεν πρέπει τα μέτρα εξυγίανσης να πλήξουν την πολιτική για την Παιδεία και την Υγεία. Αν οι όροι του Μνημονίου πλήττουν την Παιδεία και την Υγεία πρέπει να προσαρμοσθούν σ’ αυτή την ευρωπαϊκή πολιτική. Το “διπλό πακέτο” λέει ότι η εξυγίανση δεν πρέπει να οδηγήσει επίσης σε εκπτώσεις Στον κοινωνικό διάλογο και να πλήξει τους κατώτερους μισθούς. Λέει, επίσης, ότι τα προγράμματα προσαρμογής πρέπει να λαμβάνουν υπόψη το αν προκαλείται ύφεση και να διορθώνονται. Καταλαβαίνετε λοιπόν ότι αν το πολιτικό σύστημα στην Ελλάδα λειτουργούσε σοβαρά θα στηριζόταν σε ευρωπαϊκά δεδομένα, θα διεκδικούσε συμμαχίες και δεν θα πηγαίναμε στη διαπραγμάτευση ως «μαύρο πρόβατο» αλλά ως μέλος της ευρωπαϊκής οικογένειας. Ζητάμε λοιπόν να προσαρμοσθεί όλο το Μνημόνιο στους ευρωπαϊκούς όρους κάτι που από την πλευρά της ελληνικής κοινωνίας και πολιτικής απαιτεί πολύ και συγκεκριμένη δουλειά.

 

Ως Πράσινοι στο Ευρωκοινβούλιο έχουμε ζητήσει να παραταθεί ο χρόνος επίτευξης των δημοσιονομικών στόχων κατά δύο έτη δηλαδή έως το 2016 ώστε η Ελλάδα να μπορέσει επιτύχει τους στόχους. Τα χρήματα που θα απαιτηθούν για αυτήν την παράταση και θα είναι 10, 15 ή περισσότερα δις ευρώ θα πρέπει να δοθούν από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας.

 

Ακόμη έχουμε ζητήσει βοήθεια για το Μεταναστευτικό με τροποποίηση της συνθήκης Δουβλίνο ΙΙ, για να μην παγιδεύονται οι άνθρωποι που θέλουν να πάνε σε άλλες χώρες στα ελληνικά σύνορα μόνο. Έχει αρχίσει αυτή η διαπραγμάτευση αλλά είναι εξίσου σημαντικό να αξιοποιηθούν από την Ελλάδα πόροι που προβλέπονται για την αντιμετώπιση των θεμάτων που δημιουργούνται από την μετανάστευση, πχ  για τη δημιουργία χώρων υποδοχής, για προγράμματα υγείας των μεταναστών που θα μπορούσαν όμως έτσι να ενισχύσουν και τα δημόσια νοσοκομεία.

 

Οι Πράσινοι έχουμε κάνει σημαία μας το αίτημα να δώσει στοιχεία η Ελβετία αλλά και άλλες χώρες για τις καταθέσεις Ελλήνων στις τράπεζές τους. Είναι κάτι που οι κυβερνήσεις της χώρας μας μέχρι τώρα έδειξαν πολιτική απροθυμία να το προχωρήσουν. Εμείς έχουμε ζητήσει από την Κομισιόν να παρέμβει ενεργά. Δεν μπορεί να ζητούνται θυσίες από τους έλληνες πολίτες που είναι στα όρια της επιβίωσης και να μην αντιμετωπίζεται η φοροδιαφυγή.

 

Σχετικά με τους εξοπλισμούς ζητούμε την εγγύηση των ελληνικών συνόρων σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ώστε να παγώσουν οι αμυντικές κι εξοπλιστικές δαπάνες.

 

Τέλος, ζητούμε επαναπροσδιορισμό του τρόπου απορρόφησης των ευρωπαϊκών πόρων στην Ελλάδα. Η χώρα μας δεν μπορεί να απορροφήσει τα ευρωπαϊκά κονδύλια, βρίσκεται σε αδιέξοδο. Πρόσφατο παράδειγμα για το οποίο καταθέτουμε και ερώτηση αυτές τις ημέρες είναι το γεγονός ότι η χώρα μας κατάφερε να απορροφήσει – εν μέσω κρίσης - μόνο το 50% από το κονδύλιο που της αναλογούσε από ταμείο της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής για την αγορά φρούτων και λαχανικών που διανέμονται σε σχολεία.

 

Έχουμε προτείνει να περάσουν οι πόροι στην περιφέρεια για να φτάσουν γρήγορα, στοχευμένα και εκεί που πράγματι χρειάζονται – στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, στους άνεργους, σε όσους εντάσσονται σε ευάλωτες κοινωνικές ομάδες. Φυσικά πρέπει να υπάρξει και η σχετική κινητοποιήση και προετοιμασία των περιφερειακών δομών της χώρας.

 

Δυστυχώς και στα θέματα της απασχόλησης η Ελλάδα δεν έχει καταθέσει ένα αναλυτικό σχέδιο που να αφορά στην αποτελεσματική κατάρτιση αλλά και στην δημιουργία πραγματικά νέων θέσεων χρησιμοποιώντας μέσω της υιοθέτησης νέων εργαλείων όπως θα μπορούσε πχ να είναι η Εγγύηση για τους Νέους ώστε να βρουν θέση εργασίας ή να πετύχουν την στοχευμένη κατάρτισή τους ή να μπορέσουν να εργαστούν για ένα διάστημα σε κάποια άλλη χώρα»