Οι ΠΡΑΣΙΝΟΙ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ δεν έχουμε εκπλαγεί από την μικροκομματική διαχείριση του «Μακεδονικού», ενός θέματος που έχει ρίζες πίσω στον 19ο αιώνα, όταν γίνονταν προσπάθεια συγκρότησης κρατών στη βάση εθνικών μύθων και καθαρότητας. Είναι ένα θέμα που κυριάρχησε στις αρχές της δεκαετίας του ’90 με πολλά στοιχεία ανορθολογικότητας και εθνικιστικών υπερβολών και στην δική μας χώρα και στην γειτονική. Γρήγορα περιθωριακές ομάδες και πολιτικοί αντιλήφθηκαν ότι μπορούσαν να κερδοσκοπήσουν εκλογικά εκμεταλλευόμενοι το θυμικό των πολιτών και την απουσία μιας σοβαρής, ψύχραιμης και τεκμηριωμένης πολιτικής συζήτησης.

Μια αντιπαράθεση με …ιστορία

Το «Μακεδονικό» έπρεπε να έχει λυθεί ήδη στις αρχές της δεκαετίας του ’90, πριν οι κοινωνίες μπολιαστούν με εθνικιστικές υπερβολές που δεν διευκολύνουν την υιοθέτηση  μιας έντιμης και ισορροπημένης συμβιβαστικής λύσης. Ένας συμβιβασμός δεν είναι ποτέ τέλειος. Πρέπει να αντιλαμβανόμαστε, όμως, ότι είναι η μόνη δυνατότητα επίλυσης τόσο πολύπλοκων θεμάτων, όπως η ονομασία μιας χώρας που μοιράζεται μέρος μιας γεωγραφικής περιοχής χωρίς με το όνομά της και τον εθνικό της μύθο να διεκδικεί μοναδικότητα στον γεωγραφικό και ιστορικό χώρο. Ένας έντιμος συμβιβασμός σε αυτό το θέμα δεν πρέπει ν’ αφήνει κάποια από τις κοινωνίες με την αίσθηση της ήττας και της ταπείνωσης, γιατί σε αντίθετη περίπτωση - αν δεν είναι ισορροπημένος δηλαδή -  δεν θα είναι σταθεροποιητικός μακροχρόνια.

Η Συμφωνία για την εξεύρεση μια συμβιβαστικής λύσης για το όνομα της γειτονικής χώρας είναι στα (λίγα) θετικά της διακυβέρνησης Τσίπρα (με την καθοριστική όμως υποστήριξη των Ευρωπαίων και των Αμερικανών). Αλλά αυτό δεν θα ήταν εφικτό αν ο Ζάεφ δεν άλλαζε τους συσχετισμούς. Δυστυχώς, η Ελλάδα έκανε αργά στροφή στον ρεαλισμό, όταν κυριαρχούσε πλέον ο Γκρουέφσκι. Είχε χάσει την ευκαιρία για μια ισορροπημένη λύση που προσέφερε το Πακέτο Πινέιρο στις αρχές της δεκαετίας του ‘90.  Ευτυχώς που ένας πολιτικός όπως ο Ζάεφ κατάφερε μέσα σε λίγο χρόνο να ανατρέψει μια κατάσταση που έμοιαζε μη αναστρέψιμη, αξιοποιώντας το χαρτί της ευρωπαϊκής κι ευρωατλαντικής προοπτικής της χώρας του, ακριβώς αυτό που μια χούφτα άνθρωποι είχαν υποστηρίξει ξεκάθαρα και στην Ελλάδα, έστω κι αν πολλοί τους επιτέθηκαν. Αν οι ΠΡΑΣΙΝΟΙ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ήμασταν στην ελληνική Βουλή, θα ψηφίζαμε έστω και με μια κριτική προσέγγιση, την συμφωνία, χωρίς αυτό να υπονοούσε ή να έδινε ψήφο εμπιστοσύνης στην σημερινή κυβέρνηση. Οι ΠΡΑΣΙΝΟΙ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ είναι μια πολιτική δύναμη που μπορεί να προωθεί πολιτικές και να τοποθετείται με γνώμονα το συμφέρον της κοινωνίας και της χώρας, να συμβάλλει στην επίλυση προβλημάτων έχοντας μια στρατηγική αυτόνομης πολιτικής πορείας, όχι συνιστώσας σε κάποιο κόμμα. 

Οι ευθύνες της αντιπολίτευσης για ανιστόρητες θέσεις

Η στάση της αντιπολίτευσης είναι ακατανόητη, ιδιαίτερα όταν έχει διαχειριστεί στο παρελθόν πλευρές της υπόθεσης και δεν κατάφερε να πετύχει κάτι καλύτερο. Η γλώσσα της γειτονικής χώρας είναι επίσημη, δημόσια καταγεγραμμένη στον ΟΗΕ ήδη από το 1945. Είναι σημαντικό ότι στην συμφωνία διευκρινίζετε ότι έχει  σλαβικές ρίζες. Το Ελληνικό κράτος έχει, όμως, εκδώσει σχετικό βιβλίο στα μέσα της δεκαετίας του 1920 για να διδάσκεται στα σχολεία, ενώ σημαντικοί λογοτέχνες όπως η Πηνελόπη Δέλτα και ο Στρατής Μυριβήλης, ακόμα και ο Μακεδονομάχος Παύλος Μελάς αναφέρονται σε μια …γλώσσα «που μιλούσαν οι ντόπιοι». Πώς είναι δυνατόν να αναφέρεται η αντιπολίτευση στο θέμα ισχυριζόμενη ότι «παραχωρήθηκε η Μακεδονική γλώσσα», όταν οι αρχαίοι Μακεδόνες δεν μιλούσαν φυσικά μια τέτοια γλώσσα;

Οι ευθύνες της κυβέρνησης για διαχείριση με μικρότητα ενός μεγάλου θέματος

Όμως και η διαχείριση της υπόθεσης από τον πρωθυπουργό Α. Τσίπρα είχε το στοιχείο της μικροκομματικής τακτικής. Αντί να επιδιώξει μια ευρεία συμμαχία που θα στήριζε στο κοινοβούλιο και στην κοινωνία την συμβιβαστική λύση, για την οποία δεν είχαν στο ελάχιστο προετοιμαστεί οι πολίτες, διαχειρίστηκε το θέμα με τρόπο ώστε να προκαλέσει διχασμό στην αντιπολίτευση και βαθιά πόλωση. Θα μπορούσε να καλέσει τα δημοκρατικά κόμματα και να διαμορφώσει μια ευρεία συμμαχία ώστε να ενημερωθεί σωστά και η κοινωνία. Να προσκαλέσει σε ουσιαστικό διάλογο, χωρίς επιθετικές κορώνες, φορείς και κόμματα ώστε να αναλυθούν τα θέματα αλλά και τα αντιμετωπιστούν τα στερεότυπα κάθε πλευράς. Υπάρχουν τόσα άλλα θέματα στα οποία υπάρχει πολιτική αντιπαράθεση, δεν υπήρχε λόγος σε ένα τόσο δύσκολο θέμα να ανοίξει ο πρωθυπουργός μέτωπο αντιπαράθεσης. Στο ζήτημα αυτό έπρεπε να εξασφαλίσει ευρύτατη πολιτική και κοινωνική υποστήριξη. Ενώ η πρωτοβουλία επίλυσης ήταν σωστή, η κυβέρνηση την διαχειρίστηκε με μικρο-κομματική αντίληψη. Οι τακτικισμοί αυτοί δεν συγκροτούν μια διαφορετική πολιτική, δυστυχώς επαναλαμβάνονται και σε άλλα θέματα. Αυτοί οι τακτικισμοί είναι που μετέτρεψαν έναν ψεκασμένο (Καμμένος) σε "πολιτικό αρχηγό" που μπορούσε να καθορίζει πολιτικές εξελίξεις.

Είναι δίκαιη η συμβιβαστική λύση για την δική μας πλευρά;

Οι ΠΡΑΣΙΝΟΙ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ θεωρούμε ότι όπως και κάθε συμβιβασμός, έτσι και  η Συμφωνία των Πρεσπών και οι τροπολογίες στο Σύνταγμα της γειτονικής χώρας, αποτελούν μια σχετικά ικανοποιητική βάση επίλυσης μιας μακροχρόνιας και συναισθηματικά φορτισμένης αντιπαράθεσης μεταξύ των δύο κοινωνιών. Η αλλαγή του ονόματος - όσο κι αν την θεωρούμε σήμερα «δεδομένη» - σε Βόρεια Μακεδονία και οι υιοθέτηση από μια μεγάλη πλειοψηφία  81 βουλευτών των αλλαγών άρθρων του Συντάγματος που περιορίζουν δραστικά θέματα «αρχαιοποίησης» κι εκμετάλλευσης της ιστορίας αλλά κι αλυτρωτισμού, δεν ήταν εφικτό να συμβούν μερικά χρόνια πριν.

Θεωρούμε σημαντικό ότι ο Ζάεφ κατάφερε να διαλύσει στην πραγματικότητα το πανίσχυρο κάποτε - χάρη και στους δικούς μας ...εθνικιστές - VMRO, το εθνικιστικό κόμμα που απέδειξε ότι ο εθνικισμός είναι ένα καλό εργαλείο πλουτισμού ορισμένων. Θυμίζουμε ότι ο πρώην αρχηγός του κατηγορείται ότι πήρε μίζες από όλη αυτή την γελοιότητα με τα αγάλματα του Μεγαλέξανδρου. Όμως, αυτός ο πολιτικός που αξιοποίησε στο έπακρο τα λάθη μας και τα εθνικιστικά συνθήματα («η Μακεδονία είναι μία και Ελληνική»), είχε μια πολύ σκληρή εθνικιστική στάση, όπως γνωρίζουν καλά και οι έλληνες πολιτικοί που βρέθηκαν απέναντί του, και δεν έκανε ούτε βήμα πίσω, ακόμα και όταν του ασκήθηκαν έντονες πιέσεις από τον διεθνή παράγοντα.

Το μπαλάκι είναι τώρα στην ελληνική πλευρά. Κινδυνεύουμε, όμως, με ένα βαθύ διχασμό με όρους πολεμικής αντιπαράθεσης, όταν έχουμε φτάσαμε κοντά σε μια σχετικά ισορροπημένη συμφωνία. Θα μπορούσε να είναι καλύτερη η συμφωνία των Πρεσπών; Πιθανόν, αν είχαμε αποδεχθεί το Πακέτο Πινέιρο το 1992 πριν συμβούν όσα συνέβησαν από τότε, πριν ξεκινήσει η εθνικιστική υστερία στην γειτονική χώρα. Αλλά τότε, σύσσωμο το πολιτικό σύστημα στη χώρα μας αδυνατούσε να δει ποιο ήταν το πραγματικό συμφέρον της χώρας μας, και παρασύρονταν σε μια εθνικιστική υστερία που αδυνατούσε  να κατανοήσει οποιοσδήποτε νοήμων άνθρωπος.

Πώς είναι δυνατόν 25 και χρόνια μετά, να επανέρχονται πολιτικές δυνάμεις στην ισοπεδωτική και ζημιογόνα για τη χώρα άρνηση μιας συμβιβαστικής λύσης;

Θα μπορούσε η λύση να είναι καλύτερη αν είχαν αξιοποιηθεί ευρωπαϊκά κείμενα και πολιτικές, όπως αυτά που έχουν αναδειχθεί μέσα από εκθέσεις του Ευρωκοινοβουλίου, όπως για παράδειγμα η “Έκθεση προόδου του 2012 για την πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας” του Βρετανού Σοσιαλδημοκράτη Ρίτσαρντ Χιούιτ που είχε υπερψηφίσει από το Ευρωκοινοβούλιο το 2013.

Θα μπορούσε να υπάρχει καλύτερη συμφωνία στο θέμα του ονόματος, όπως πχ το Νέα Μακεδονία, ή η γλώσσα να ονομάζονταν «Macedonski”, αντί «Macedonian”.

Οι καλόπιστοι ή κακόπιστοι επικριτές της Συμφωνίας των Πρεσπών θα πρέπει, όμως, να σκέφτονται πάντα ότι μόλις λίγα χρόνια πριν έμοιαζε απίθανο να υπάρξει οποιαδήποτε συμβιβαστική συμφωνία που θα διασφάλιζε ότι το όνομα της γειτονικής χώρας δεν θα δημιουργούσε σύγχυση σε σχέση με την δική μας Μακεδονία.

Με το βλέμμα στραμμένο όχι προς το παρελθόν αλλά προς το μέλλον

Το πιο καθοριστικό ήταν και είναι η συμβιβαστική λύση για την ονομασία να συνδυαστεί με μια μακροχρόνια πολιτική καλής γειτονίας, που θα βοηθήσει την γειτονική χώρα να στραφεί στο μέλλον, αντί να προσπαθεί να συγκροτήσει την ταυτότητά της στη βάση μιας “αρχαιοποίησης” που δεν έχει ιστορική βάση. Και που θα την κάνει καλό εταίρο μας σε μια περιοχή όπου υπάρχει σκληρός ανταγωνισμός μεταξύ μεγάλων διεθνών παιχτών όπως είναι η Ρωσία και οι ΗΠΑ.

Όσοι ισχυρίζονται ότι μπορούμε ως χώρα να απορρίψουμε την Συμφωνία των Πρεσπών και να διαπραγματευτούμε στο μέλλον μια καλύτερη, κρύβονται πίσω από το δάκτυλό τους. Αν τώρα δεν “περάσει” η Συμφωνία  κατά την ψηφοφορία στην ελληνική Βουλή, δεν θα υπάρξει καλύτερη λύση στο μέλλον.  Και η γειτονική χώρα θα ονομαστεί οριστικά σκέτο «Μακεδονία», ενώ αλυτρωτικές κι εθνικιστικές πολιτικές θα επιστρέψουν πολύ πιο δυνατές. Η χώρα μας θα απομονωθεί πλήρως. Θα έχουμε αυτοκτονήσει χωρίς να το καταλάβουμε. Ο κίνδυνος δεν αφορά μόνο το όνομα της γειτονικής χώρας, αλλά το μέλλον μιας χώρας που θα είναι τότε «εχθρός» και όχι εταίρος στα σύνορά μας. 

Η συμβιβαστική λύση θα έπρεπε να έχει μεγάλη κοινωνική και πολιτική υποστήριξη. Η ακραία επιχειρηματολογία είτε από την πλευρά της ΠΓΔΜ είτε από την δική μας πλευρά δεν έγινε αποδεκτή ποτέ σε διεθνές επίπεδο. Χαρακτηριστικά είναι τα αποτελέσματα σχετικών ψηφοφοριών στο Ευρωκοινοβούλιο. Η ‘Έκθεση του Βρετανού Σοσιαλδημοκράτη Ρίτσαρντ Χιούιτ “Έκθεση προόδου του 2012 για την πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας”, για παράδειγμα, είχε υιοθετηθεί με 505 υπέρ, 61 κατά, ενώ υπήρξαν και 14 λευκά. Ο μόνος Έλληνας ευρωβουλευτής που την είχε ψηφίσει, έστω με μερικές επιφυλάξεις, ήταν ο Νίκος Χρυσόγελος, συμπρόεδρος σήμερα των ΠΡΑΣΙΝΩΝ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ.

Με την προϋπόθεση ότι έχουμε ως Ελλάδα μια δυναμική συμμετοχή και ενεργό ρόλο, τα Βαλκάνια θα μπορούσαν να μετατραπούν από πεδίο αντιπαράθεσης σε χώρο πρότυπο συνεργασίας και καλής γειτονίας. Απουσιάζει προς το παρόν μια τέτοια δύναμη στα Βαλκάνια που θα αλλάξει το παιχνίδι. Θέλουμε και μπορούμε ως κοινωνία να παίξουμε αυτόν τον ρόλο για λόγους ειρήνης, καλής γειτονίας, οικονομικής προοπτικής και βιωσιμότητας, με το βλέμμα στραμμένο προς το μέλλον;

Φωτογραφία του Νικος Χρυσόγελος.

Η αλήθεια είναι ότι το πολιτικό προσωπικό προκαλεί πολύ γέλιο, ιδιαίτερα οι αρχηγοί των κομμάτων (Τσίπρας, Μητσοτάκης κα) που θα έπρεπε να είναι πιο σοβαροί (όχι σοβαροφανείς). Να για παράδειγμα, ο πρωθυπουργός μιλούσε ειρωνικά για τον Ολανδρέα (Ολάντ και Ανδρέας Παπανδρέου). Με τον Ολάντ έγιναν κολλητοί και ο πρωθυπουργός μας περίμενε να τον ...σώσει, ενώ τον Ανδρέα τον μιμήθηκε αρχικά ως προς το στυλ στις ομιλίες (με τη βοήθεια και αμερικανών επικοινωνιολόγων) αλλά, το πιο σημαντικό, τον "ανακάλυψε" πρόσφατα κι έγραψε το περίφημο άρθρο "Ήταν ψεύτης ο Ανδρέας" επιδιώκοντας να κληρονομήσει τον παπανδρεϊσμό...Για την "Μαντάμ Μέρκελ" στάζει πλέον μέλι. Για τις αγορές που θα τις έκανε να χορεύουν στο ρυθμό του νταουλιού, τώρα πανηγυρίζει γιατί βγήκαμε σε αυτές με επιτόκιο 3πλάσιο σε σχέση με αυτό που μας δανείζουν οι "μισητοί" δανειστές! Τι να πούμε βέβαια για την στροφή σε πιο σοβαρά θέματα, μνημόνια, ασφαλιστικό, Ελληνικό, επενδύσεις, περιβάλλον, προσφυγικό κα.

Από την άλλη μεριά, έχουμε μια αξιωματική αντιπολίτευση εξίσου τραγική. Ο Μητσοτάκης πηγαίνει στην Ελληνική Χρυσός για να τονίσει μπροστά στις κάμερες "πόσο σημαντική είναι η επένδυση" και δεν θεωρεί ότι το κάνει για επικοινωνιακούς λόγους την ίδια στιγμή που κατηγορεί τον πρωθυπουργό ότι επισκέπτεται βιομηχανίες όπως η καπνοβιομηχανία για λόγους επικοινωνιακούς! Ίσως νομίζουν ότι όλοι οι πολίτες τρώνε κουτόχορτο.

Tα μεγάλα πολιτικά ζητήματα είναι τι είδους οικονομία, τι είδους παραγωγή επιλέγουμε, αυτό όμως δεν το συζητάνε. Έτσι πλέον στο σύνολό του το πολιτικό σύστημα "παλιό" και "νέο" λέει τα ίδια πράγματα αλλά προσπαθεί να ξεχωρίσει μόνο στο επικοινωνιακό επίπεδο. Εκλογές για αρχηγό, χωρίς όμως πολιτικό πρόγραμμα (στην Δημοκρατική Συμπαράταξη), όλοι υπέρ της απορρύθμισης των περιβαλλοντικών πολιτικών για χάρη των ...επενδύσεων. Ούτε περνάει από το μυαλό τους ότι εκεί είναι που διαφοροποιούνται σήμερα τα κόμματα και υπάρχουν οι πολιτικές αντιπαραθέσεις: στο ποιο μοντέλο οικονομίας επιλέγουμε, ποιες επενδύσεις χρειαζόμαστε ως χώρα, που θα βρουν δουλειές οι άνεργοι με τρόπο όμως που θα υπάρχει όφελος ταυτόχρονα στην οικονομία, στην κοινωνία και στο περιβάλλον.

Όλοι λοιπόν μιλάνε για τις επενδύσεις πλέον - ακόμα και η κυβέρνηση που ως αντιπολίτευση ήταν άκριτα εναντίον κάθε επένδυσης χωρίς να αντιπροτείνει ένα άλλο, όχι κρατικίστικο μοντέλο. ναι πρέπει να είμαστε υπέρ των επενδύσεων, αλλά υπέρ των επενδύσεων που συνδυάζουν οικονομική δραστηριότητα, περιβαλλοντική - κοινωνική και πολιτιστική υπευθυνότητα. Αλλιώς δεν μάθαμε τίποτα από τις "επενδύσεις" στην οικονομία καζίνο, στην κερδοσκοπία του real estate που odήγησε σε 200.000 κόκκινα δάνεια για στέγαση, στην σπατάλη των επενδύσεων των Ολυμπιακών Αγώνων (που τότε μας έλεγαν πόσο θα συνέβαλε στην οικονομία, αλλά όχι ...στο χρέος και στα ελλείμματα).

Γιαυτό η παρουσία ενός πραγματικού πράσινου κόμματος είναι απαραίτητη και όχι μόνο για την προστασία του περιβάλλοντος, αλλά και για την κοινωνική συνοχή και την στροφή σε μια "ζωντανή" και πράσινη, κοινωνικά υπεύθυνη οικονομία προς όφελος της κοινωνίας. Η μορφή της έχει κάποια σημασία - δημόσια, ιδιωτική, κοινωνική - αλλά σε κάθε περίπτωση αυτό που μετράει είναι το τελικό αποτέλεσμα.

Power-to-the-People-hands

Την επόμενη των εκλογών να έρθουν στο προσκήνιο οι δημιουργικές δυνάμεις της κοινωνίας. Είναι η μόνη ελπίδα πια

Οι ΠΡΑΣΙΝΟΙ-ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ δεν συμμετέχουμε στις εκλογές, αν και έχουμε πολλά να προτείνουμε για τη συγκρότηση της χώρας. Δεν συμμετέχουμε στις λίστες κάποιου άλλου κόμματος ούτε υποστηρίζουμε ως συλλογικότητα κάποιο άλλο κόμμα ή συνεργασία. Όπως και ένα πολύ μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας πιστεύουμε ότι τα υπάρχοντα κόμματα, παλιά και «νέα», αποδείχτηκαν ανίκανα να βγάλουν τη χώρα από την κρίση. Εργαζόμαστε, λοιπόν, μαζί με άλλες δημιουργικές κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις για να έρθουν στο προσκήνιο σύντομα όχι μόνο νέες ιδέες και προτάσεις για την συγκρότηση της χώρας «από τα κάτω» αλλά και ένας νέος πολιτικός χώρος που θα συμβάλει σε βαθιές οικονομικές, παραγωγικές, δημοκρατικές αλλαγές με θετικό οικολογικό και κοινωνικό αντίκτυπο

Οι εκλογές, όπως γίνονται, δεν επιτρέπουν σοβαρό διάλογο για τα μεγάλα και τα σημαντικά ή συνθέσεις και συνεργασίες στη βάση προγραμμάτων. Είχαμε τοποθετηθεί ξεκάθαρα ότι αυτές οι εκλογές δεν θα έφερναν κάτι νέο, θα ήταν ένας τυχοδιωκτισμός που θα οδηγούσε σε μεγαλύτερα προβλήματα, αντί στην επίλυση προβλημάτων. Αυτό που χρειάζονταν τόσα χρόνια αλλά και χρειάζεται πάντα η χώρα είναι ένας ουσιαστικός πολιτικός και κοινωνικός διάλογος για τις δίκαιες και ισορροπημένες αλλαγές που απαιτούνται. Οι εκλογές σε αυτή την συγκυρία απομακρύνουν ακόμα περισσότερο τους πολίτες από την πολιτική, σε μια εποχή που χρειάζεται συμμετοχή της κοινωνίας σε μια νέα προσπάθεια τερματισμού της κρίσης. Ο απαράδεκτος εκλογικός νόμος, που δεν άλλαξε παρά τα αδιέξοδα που δημιουργεί, είναι μέρος του προβλήματος αφού χαρίζει στο πρώτο κόμμα 50 έδρες (1/3 των 150 εδρών αυτοδυναμίας), ακόμα κι αν η διαφορά του από το δεύτερο είναι μερικές μόνο ψήφοι.

Η κρίση δεν μας βρήκε ξαφνικά. Οι πολιτικές που προωθήθηκαν τις τελευταίες δεκαετίες μπορεί να βελτίωσαν τα εισοδήματα, αλλά δημιούργησαν ένα καταναλωτικό μοντέλο που δεν ήταν βιώσιμο, γενίκευσαν τη διαφθορά και μετέτρεψαν τη δημοκρατία σε ένα πελατειακό σύστημα. Η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ (και όσα σχήματα προέκυψαν από αυτά) δεν απέτυχαν μόνο σε σχέση με μια κοινωνικά δίκαιη διαχείριση κι αντιμετώπιση της κρίσης αλλά πρώτα στη βιώσιμη διαχείριση της χώρας και έτσι μας οδήγησαν στην γενικευμένη κρίση και χρεοκοπία. Δεν μπορούν να εμφυσήσουν ένα νέο πνεύμα στη χώρα, να πουν και να κάνουν κάτι ενδιαφέρον, πέρα από τετριμμένα ΘΑ, που συχνά είναι ακριβώς αυτά που μας οδήγησαν στην κρίση ή εμπόδισαν να βγούμε από την κρίση.

Πολλοί περίμεναν ο ΣΥΡΙΖΑ να φέρει το καινούργιο, χωρίς να μετέχουν οι ίδιοι σε αλλαγές που απαιτούνται, συχνά  περιμένοντας να αποκατασταθεί το παλιό μοντέλο κατανάλωσης, χωρίς να αλλάξουμε βαθιά ως χώρα, κοινωνία, διοίκηση, οικονομία, παραγωγικό μοντέλο. Ο συνασπισμός ετερόκλητων προσδοκιών και πολιτικών οδήγησε στην αποτυχία της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ (κι ΑΝΕΛ). Διεκδικεί την εξουσία στη βάση ενός επικοινωνιακού διπόλου, «παλιό-νέο», χωρίς να προτείνει ένα σχέδιο επί της ουσίας καινούργιο, οικολογικά, κοινωνικά και παραγωγικά καινοτόμο. Δεν εκπροσωπεί το νέο, είναι απελπιστικά παλιό όπως και τα άλλα «παλιά». Στο μεταξύ όμως, στην καταστροφή που είχαν προκαλέσει οι διαδοχικές κυβερνήσεις πριν και μετά το 2008, η διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ πρόσθεσε κι άλλα οικονομικά και κοινωνικά βάρη, αντί να αφαιρέσει. Το Μνημόνιο 3 #ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ έρχεται να αποδείξει ότι η κρίση στην Ελλάδα είναι σε μεγάλο ποσοστό ευθύνη ολόκληρου του πολιτικού συστήματος.

Για πρώτη φορά μεγάλο ποσοστό των πολιτών δεν έχει να ψηφίσει ούτε καν στη λογική του μικρότερου κακού. Για την δημοκρατία αυτό δεν είναι καλό, αλλά αυτή είναι η πραγματικότητα. Απέναντι στην αποτυχία ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ, ΑΝΕΛ δεν μπορεί να θεωρείται στα σοβαρά ως εναλλακτική λύση το νεοναζιστικό, εγκληματικό μόρφωμα της Χρυσής Αυγής που θέλει να μας επιστρέψει στον Μεσαίωνα. Ούτε το ΚΚΕ που παραμένει σταθερό σε θέσεις που εκφράζουν τις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Ούτε η ΛΑΕ που συνεχίζει να προβάλλει ως εναλλακτικές προοπτικές κάτι που υπάρχει μόνο στις φαντασιώσεις τους. Ούτε είναι λύση η ψήφος στον Β. Λεβέντη, στην ελληνική εκδοχή γελοιοποίησης – αντί αλλαγής - της πολιτικής. Ο δε Σταύρος και το ΠΟΤΑΜΙ συνέχεια αλλάζουν κατευθύνσεις και πότε πάνε από εδώ, πότε από εκεί, πότε είναι πρόθυμοι για συγκυβέρνηση και «ετοιμάζουν το κυβερνητικό σχήμα» και πότε κάνουν τους δύσκολους, προσπαθώντας να ισορροπήσουν σε πολλές διαφορετικές βάρκες και αντιφατικές θέσεις.

Έτσι λοιπόν δεν έχουμε να ψηφίσουμε ούτε το λιγότερο κακό. Η τραγωδία είναι ότι μετά από τόσα χρόνια σε βαθιά κρίση και ενώ έπρεπε να γίνεται τώρα σοβαρή πολιτική συζήτηση για τα σημαντικά, τα κόμματα επικεντρώνουν για άλλη μια φορά σε επικοινωνιακές κινήσεις. Συνθήματα ακούμε αντί για ξεκάθαρες προτάσεις για απασχόληση, αντιμετώπιση της φτώχειας, αναζωογόνηση της οικονομίας, οικολογική καινοτομία, προστασία του φυσικού και πολιτισμικού πλούτου, παιδεία, αναδιοργάνωση της διοίκησης, την απεξάρτηση από το πελατειακό και κομματικό κράτος ως βάση για μια μακροχρόνια ευημερία της κοινωνίας.

Δεν μπορούμε να μην επισημάνουμε ότι από την προεκλογική συζήτηση απουσιάζει το περιβάλλον και η οικολογία. Δεν περιμέναμε από αυτά τα κόμματα να παρουσιάσουν νέες πολιτικές προτάσεις για την οικονομία και το παραγωγικό μοντέλο που να βασίζονται σε σύγχρονες πράσινες, οικολογικές προτάσεις, σε μοντέλα πράσινης οικονομίας, σε εκσυγχρονισμού της διοίκησης στη βάση της καινοτομίας, σε μοντέλα αποτελεσματικής και καινοτόμου κοινωνικής πολιτικής. Δεν είναι τυχαίο που περιστρέφονται γύρω από τα ίδια και τα ίδια, χωρίς να κάνουν τον κόπο να εξηγήσουν γιατί δεν τα έκαναν τόσα χρόνια.

Σε αυτές τις εκλογές απουσιάζει ένα πράσινο ψηφοδέλτιο, μετά από πολλά χρόνια. Οι ΠΡΑΣΙΝΟΙ-ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ έχουμε δημόσια διαχωρίσει τη θέση μας από τους Οικολόγους Πράσινους που συμμετέχουν σε ψηφοδέλτια του ΣΥΡΙΖΑ χωρίς να έχουν επηρεάσει στο ελάχιστο τις επιλογές του ιδιαίτερα σε κρίσιμα για τους πράσινους θέματα (ενέργεια, λιγνιτικές μονάδες, εξάρτηση από ορυκτά καύσιμα, βιοποικιλότητα, απασχόληση, οικονομία, περιβάλλον, κλίμα, κοινωνική καινοτομία κα). Τέτοιες «συνεργασίες» που δεν πρασινίζουν τα προγράμματα άλλων κομμάτων αλλά αποδυναμώνουν πλήρως τις πράσινες πολιτικές ευτελίζουν την αναγκαία πράγματι κουλτούρα συνεργασιών. Εμείς υποστηρίζουμε τις συνεργασίες αλλά στη βάση δεσμευτικών ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΚΩΝ ΣΥΜΦΩΝΙΩΝ διαφορετικών χώρων, όχι αφομοίωση στην πράξη με βάση άλλου είδους ανταλλάγματα