28 Φεβρουάριος 2013

Η ελληνική κρίση, η λάθος συνταγή και η ανάγκη ενός εναλλακτικού σχεδίου

του Ν. Χρυσόγελου
 
Είναι γεγονός ότι η χώρα ακολουθούσε έναν δρόμο που αργά ή γρήγορα θα αποδεικνύονταν αδιέξοδος. Η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση και η ανικανότητα του ελληνικού πολιτικού συστήματος, σε συνδυασμό με τις αδυναμίες και τα διαρθρωτικά προβλήματα της Ευρωζώνης έκαναν τη φούσκα να σκάσει με εκκωφαντικό τρόπο.
 
Θα έπρεπε η κοινωνία αλλά και το πολιτικό σύστημα να έχουν διαμορφώσει ένα εναλλακτικό σχέδιο αντιμετώπισης της κρίσης, με δίκαιο και ισορροπημένο τρόπο. Κάτι τέτοιο δεν έγινε εγκαίρως. Ακόμα και τώρα, η ανευθυνότητα εναλλάσσεται με την ανικανότητα διαμόρφωσης ενός σχεδίου που να αντιμετωπίζει τα προβλήματα με κοινωνικά δίκαιο, ισορροπημένο κι αποτελεσματικό τρόπο.
 
Το σχέδιο που εφαρμόζεται με την πίεση της τρόικα αποδεικνύεται ότι βασίστηκε σε λανθασμένες προβλέψεις και λανθασμένα μοντέλα. Η κρίση ελλειμμάτων έχει μετατραπεί σε κρίση χρέους και τελικώς σε οικονομική και κοινωνική κρίση. Τα πρώτα μέτρα για μείωση του ελλείμματος οδήγησαν σε αύξηση του χρέους. Προκειμένου να ξεπεραστεί η κρίση χρέους έχουν
εφαρμοστεί στη χώρα προγράμματα δημοσιονομικής προσαρμογής με δηλωμένο στόχο αφενός «τη βελτίωση των μεγεθών που επηρεάζουν το ποσοστό του χρέους προς το ΑΕΠ» και αφετέρου «τη βελτίωση της εικόνας της χώρας, δηλαδή της αξιοπιστίας, της εμπιστοσύνης των επενδυτών, ώστε ο δανεισμός να γίνεται με ευνοϊκούς όρους από τις αγορές και σταδιακά το χρέος της χώρας να βρεθεί σε βιώσιμο επίπεδο».
 
Άλλες λύσεις που συζητιούνται σε ευρωπαϊκό επίπεδο για την αντιμετώπιση της κρίσης στην Ευρωζώνη, δεν έχουν - τουλάχιστον προς το παρόν - ενσωματωθεί στις πολιτικές για αντιμετώπιση της ελληνικής κρίσης με τη δικαιολογία ότι δεν έχει σταθεροποιηθεί η δημοσιονομική κατάσταση στη χώρα. Λύσεις όπως, μετατροπή του εθνικού χρέους εν μέρει σε κοινό ευρωπαϊκό χρέος (αμοιβαιοποίηση χρέους πιθανώς μέσω ενός Ταμείου Εξυπηρέτησης Χρέους, ή την έκδοση ομολόγων σταθερότητας – ευρωομολόγων), διαχωρισμού από το εθνικό χρέος του κόστους ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών, διαγραφή μέρους του χρέους που κατέχουν κυβερνήσεις, η Ευρωπαϊκή και εθνικές κεντρικές τράπεζες (OSI). 
 
Υπάρχουν, όμως, οικονομολόγοι που παραδέχονται ότι στοχευμένες επενδύσεις και μη- ύφεση θα μπορούσαν να μειώσουν το χρέος πολύ περισσότερο από το “κούρεμα”. Παράδειγμα, αναφέρεται ότι απλώς και μόνο η σταθεροποίηση της οικονομίας στο επίπεδο του 2011 (και όχι η μεγαλύτερη συρρίκνωσή της το 2013) θα μπορούσε να μειώσει το δημόσιο χρέος κατά 21%. Η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών – περίπου 50 δις- θα μπορούσε να μην χρεώνεται ως δημόσιο χρέος, άρα να “ρίξει” το χρέος σημαντικά.
 
Στην Ελλάδα επιλέχθηκε και προωθείται με φανατισμό η εφαρμογή προγραμμάτων πολύ σκληρής λιτότητας σε συνδυασμό με την υλοποίηση «διαρθρωτικών αλλαγών», κυρίως ιδιωτικοποιήσεων, ως η ενδεδειγμένη λύση για την επίτευξη των παραπάνω στόχων. Θεωρήθηκε απαραίτητο να γίνει εσωτερική υποτίμηση, να υποβαθμιστεί το επίπεδο διαβίωσης των πολιτών και να μειωθεί η ζήτηση, αφού υποτίμηση του ευρώ δεν ήταν εφικτή.
 
Το σχέδιο θα κοστίσει στους ευρωπαίους πολίτες 240 δις ευρώ με βάση το σχεδιασμό που έχει γίνει, για το διάστημα μέχρι το 2016 (να σημειωθεί ότι αρχικά η συζήτηση αφορούσε ένα ποσό κοντά στα 20 δις). Την ίδια στιγμή η ελληνική κοινωνία πληρώνει ήδη μεγάλο οικονομικό και κοινωνικό κόστος, η ανεργία έχει φτάσει ή ξεπεράσει τα επίπεδα της εποχής που κάποτε οδήγησε μεγάλο μέρος του πληθυσμού να μεταναστεύσει, ο αριθμός των πραγματικά φτωχών αυξάνει ραγδαία και έχει πληγεί σοβαρά η πραγματική οικονομία και η κοινωνική συνοχή. Τα μέτρα που εφαρμόζονται για την προσαρμογή θα κοστίσουν στους Έλληνες πολίτες 65 δις μέχρι το 2016, κυρίως με τη μορφή περικοπής μισθών, συντάξεων, κοινωνικών παροχών, σημαντικών υπηρεσιών για την επιβίωση των πολιτών.
 
_______________________
Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην μηνιαία εφημερίδα Πράσινη Πολιτική